Αποχαιρετούμε τον Shimon Lavee (upd)

0

image

[ Ο Shimon Lavee κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο συνέδριο του Ελιά & Ελαιόλαδο, Αθήνα, 15 Απριλίου 2011]

Έφυγε από τη ζωή αφήνοντας ένα τεράστιο έργο προσφοράς στην ελαιοκομία ο Shimon Lavee. Τον είχαμε γνωρίσει στην Ελλάδα ως προσκεκλημένο και ομιλητή στο συνέδριο του περιοδικού ΕΛΙΑ & ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ το 2011.

Ο Shimon Lavee, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, αφιέρωσε το επιστημονικό του έργο μιας ολόκληρης ζωής στην ελιά και στην καλλιέργειά της. Άλλωστε, όσοι τον γνώρισαν απο κοντά αναγνώριζαν στον χαρακτήρα του τα ίδια χαρακτηριστικά όπως το δένδρο της ελιάς: τη σοφία, τη γενναιοδωρία, την ταπεινότητα, την παγκόσμια απήχηση. Φεύγοντας από τη ζωή αφήνει τον κόσμο του ελαιολάδου πιο φτωχό. 

Είχε γεννηθεί στο Βερολίνο το 1931 κι ευτυχώς οι γονείς του πρόλαβαν και μετανάστευσαν στο Ισραήλ. Από το πλούσιο επιστημονικό του έργο ξεχωρίζει η ανάπτυξη της ποικιλίας Barnea. Υπήρξε πάντοτε πρόθυμος να υποστηρίξει την ελαιοκαλλιέργεια στις περιπτώσεις που του ζητήθηκε. Οι ελιές της Ισπανίας ντύθηκαν στα μαύρα, έγραψε η ΑΕΜΟ.

Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε τον Απρίλη του 2011, ως προσκεκλημένο στο διήμερο διεθνές συνέδριο που είχε οργανώσει η Άξιον Εκδοτική με το περιοδικό ΕΛΙΑ & ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ με θέμα "Ο ελαιοκομικός τομέας: ατενίζοντας το 2020".

Την ομιλία του καθηγητή Shimon Lavee που είχε θέμα "Cultivation, Growing systems and varieties for a modern economical olive industry", παρουσιάζουμε παρακάτω ως ελάχιστο φόρο τιμής.

————————————————————————————————–


Καλλιέργεια, συστήματα ανάπτυξης και ποικιλίες
για έναν σύγχρονο ελαιοκομικό τομέα

 

Shimon Lavee, Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιερουσαλήμ 

Η ελιά είναι ένα δέντρο του Μεσογειακού χώρου, το οποίο καλλιεργείται επί αιώνες σε εκτατικούς ή ημι-εκτατικούς ελαιώνες. Ο τρόπος που συγκομίζονται οι ελαιόκαρποι είναι πολύ δαπανηρός. Οι αποδόσεις και το σχετικό εισόδημα ανά εδαφική μονάδα είναι μικρό. Γιαυτό πρέπει να βρούμε τρόπους εντατικοποίησης, διότι διαφορετικά η ελαιοκαλλιέργεια δεν μπορεί να επιβιώσει. Το εργατικό κόστος για την συγκομιδή του προϊόντος είναι υψηλό και χρειάζεται να βρεθούν τρόποι μηχανοποίησης ώστε να γίνει η συγκομιδή οικονομικά αποτελεσματικότερη.

Αν αρδεύεις τα ελαιόδεντρα και εφαρμόσεις σύγχρονες μορφές ελαιοκαλλιέργειας υπάρχει δυνατότητα αύξησης των αποδόσεων. Για τις επιτραπέζιες ελιές τα παραπάνω έγιναν πριν από 120 χρόνια και δημιουργήθηκαν εντατικοί ελαιώνες. Πιστεύουμε ότι αφού είναι δυνατή η δημιουργία εντατικών ελαιώνων σε επιτραπέζιες ελιές μπορεί να είναι και σε ελαιοποιήσιμες.

Συνεπώς, πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους ώστε να κάνουμε τη συγκομιδή λιγότερο δαπανηρή. Ένας από αυτούς είναι η γενετική προσέγγιση του θέματος με την ανάπτυξη ελαιόδεντρων μικρού σχήματος. Από τη στιγμή που υπάρχουν μικρά δέντρα, η δαπάνη της συγκομιδής είναι πολύ χαμηλότερη π.χ. η δαπάνη της συγκομιδής είναι περίπου δυόμισι φορές χαμηλότερη σε σύγκριση με ένα κανονικό δέντρο της ποικιλίας Manzanilla.

Επιλέγοντας ποικιλίες ελαιοδέντρων

Μια άριστη ποικιλία θα πρέπει να είναι ορθόκλαδη, εύκολη στη συγκομιδή με τη χρήση δονητή, να έχει υψηλή απόδοση με μεγάλη παραγωγή σε ελαιόκαρπο, και την ίδια στιγμή, να μην έχουμε απώλειες στην ελαιοπεριεκτικότητα των καρπών, ούτε φυσικά στην ποιότητα.

Υπάρχουν νάνες ποικιλίες καθώς και ημι-νάνες για τις οποίες και πάλι η δαπάνη της συγκομιδής είναι αρκετά χαμηλότερη.

Η βασική ποικιλία που χρησιμοποιείται στις περισσότερες περιοχές είναι η Arbequina. Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν μου είναι η πιο αγαπητή ποικιλία. Αν και δεν νομίζω ότι θα πρέπει να χρησιμοποιείται μέχρι τώρα είναι η ποικιλία που έχει κερδίσει τους περισσότερους υποστηρικτές.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν επίσης και μερικές άλλες ποικιλίες, όπως η Κορωνέικη και η Arbosana, οι οποίες επίσης δίνουν αρκετά καλά αποτελέσματα. Αλλά, όπως είπα, ψάχνουμε για μια νέα ποικιλία γι’ αυτό κάνουμε γενετική έρευνα – δεν πρόκειται να υπεισέλθω σε συστήματα- αλλά απλά θα σας παρουσιάσω δύο νέες ποικιλίες. Την ποικιλία Chiquitita, η οποία έχει δημιουργηθεί στην Κόρδοβα της Ισπανίας. Η Chiquitita, στην πραγματικότητα είναι μια καλύτερη ποικιλία από άποψη ελαιολάδου και λίγο καλύτερη από άποψη παραγωγής από την Arbequina αν και δεν είναι πολύ διαφορετική.

Επίσης, έχουμε την ποικιλία Askal η οποία δημιουργήθηκε στο Ισραήλ και τώρα εγκαθίσταται σε ελαιώνες. Δίνει μεγαλύτερη απόδοση κατά περίπου 20%, αλλά και περίπου 30% μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε λάδι ανά καρπό από την Arbequina.

Αυτή η ποικιλία έχει υψηλή απόδοση υπό πλήρη άρδευση, με απόδοση περίπου 1.200 έως 1.400 κιλά κατά μέσο όρο ανά στρέμμα και δίνει περίπου 28% με 29% ελαιόλαδο κάτω από αυτές τις συνθήκες, σε εμπορικούς ελαιώνες. Φυσικά είμαι προσεκτικός, γιατί είναι ακόμα νέα, έχουμε μόνο πέντε χρόνια και τρεις καλλιέργειες μέχρι τώρα σε εμπορική βάση.

Συνοψίζω λοιπόν ότι αυτό που ψάχνουμε τώρα είναι μια ποικιλία που θα έχει μεγαλύτερη παραγωγή σε καρπούς με υψηλή περιεκτικότητα σε λάδι, κάτω από τις συνθήκες των υψηλής πυκνότητας ελαιώνων. Διότι από τη στιγμή που έχουμε υψηλότερη απόδοση και μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε λάδι ανά καρπό και σε συνδυασμό με την εξοικονόμηση εργασίας η καλλιέργεια αυτού του τύπου γίνεται πολύ χρήσιμη.

Η χρήση δονητών στη συγκομιδή

Στη μηχανοποιημένη συγκομιδή η χρήση δονητών είναι απαραίτητη. Οι περισσότεροι από τους δονητές δεν είναι ακόμη επαρκώς αποτελεσματικοί και γι’ αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε μεγάλους ελαιώνες, όπως π.χ. στην Αυστραλία όπου ένας μικρός ελαιώνας φτάνει τα 50.000 στρέμματα! Μπορείτε να φανταστείτε τι έχουν να αντιμετωπίσουν και γιατί πρέπει να έχουν πλήρη μηχανοποίηση στο 60% περίπου των ελαιώνων τους.

Υπάρχουν νέα συστήματα μηχανοποίησης και πολλά που αναπτύσσονται. Υπάρχει ένας δονητής με κάποια ραβδιστικά στην κορυφή, τα οποία όταν δονείται το ελαιόδεντρο, τινάζουν και τα κλαδιά με αποτέλεσμα η απόδοση να είναι υψηλότερη. Με τη χρήση του παραπάνω μηχανήματος μειώνονται τα εργατικά, γιατί μέχρι τώρα, με τη χρήση του δονητή, πάντα χρειάζονται λίγοι εργάτες οι οποίοι με τα ραβδιστικά έριχναν τους καρπούς που δεν έπεφταν.

Υπάρχει επίσης μια νέα μέθοδος, δεν έχω πλήρη εικόνα της ακόμη, κατά την οποία καλύπτεται το δέντρο από όλες τις πλευρές. Είδα τη μέθοδο σε δράση πριν από μερικούς μήνες, κάνει πολύ καλή δουλειά, αλλά είναι ένα πρωτότυπο και εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν.

Όταν έχετε εντατικούς ελαιώνες σε περιοχές όπου υπάρχουν αμπελώνες, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την ίδια μηχανή συγκομιδής, με κάποιες μικρές προσαρμογές σε αυτήν. Έτσι η χρήση του μηχανήματος σε δυο καλλιέργειες έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους.

Άρδευση, κλάδεμα και φυτοπροστασία

Ένας άλλος σημαντικός παράγων είναι η άρδευση των ελαιοποιήσιμων ελαιώνων. Τα πρώτα πειράματα μας είχαν δείξει ότι μπορούμε να έχουμε σημαντικές αλλαγές στον κλάδο της ελαιοκαλλιέργειας ως αποτέλεσμα της άρδευσης των ελαιώνων. Όταν, περίπου πριν από 30 χρόνια στην Ιταλία, έδωσα την πρώτη διάλεξη για την άρδευση των ελαιοποιήσιμων ποικιλιών, ήθελαν να με πετροβολήσουν και μου έλεγαν ότι είναι αδύνατο, δεν μπορεί να γίνει άρδευση σε ελαιοποιήσιμες ποικιλίες. Αλλά τώρα, ακόμα και στην Ισπανία, περίπου το 30% της συνολικής ελαιοκαλλιέργειας για λάδι αρδεύεται. Αν και η αύξηση στην απόδοση είναι πολύ μεγάλη, ωστόσο πρέπει να έχουμε κατά νου ότι δεν ανταποκρίνονται όλες οι ποικιλίες στην άρδευση με τον ίδιο τρόπο.

Ο προηγούμενος ομιλητής αναφέρθηκε στην άρδευση και επισήμανε σωστά ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης στο Ισραήλ, γίνεται τώρα στην με χρήση υφάλμυρου νερού ή ανακυκλωμένου νερού, το οποίο έχει επίσης υψηλή αλατότητα.

Εάν ξέρετε πώς να το ποτίζεται σωστά, μπορείτε να έχετε καλή εξέλιξη. Εάν ποτίζετε λάθος, μπορείτε να έχετε υποβάθμιση των δέντρων.

Ένα άλλο πρόβλημα που πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι το κλάδεμα, γιατί αυτό έχει πολλή δουλειά. Απλά θα αναφέρω ότι έχουν γίνει ήδη πειράματα και υπάρχουν πολλές σχετικές μελέτες.

Θέλω να σας προειδοποιήσω ότι μερικές από αυτές τις μεθόδους καλλιέργειας δεν είναι κατ’ ανάγκη ταιριαστές στην Ελλάδα, επειδή κάποιες από αυτές χρειάζονται μεγάλες εκτάσεις ώστε να είναι πραγματικά αποτελεσματικές. Και τα μικρά αγροτεμάχια δεν ταιριάζουν σε αυτού του τύπου την ελαιοκαλλιέργεια.

Επίσης χρειαζόμαστε για το μέλλον, χρειάζεται να μειώσουμε τη χρήση των ζιζανιοκτόνων και μυκητοκτόνων. Γι αυτό εργαζόμαστε για τη δημιουργία ποικιλιών οι οποίες να είναι ανθεκτικές σε διάφορές ασθένειες.

Κριτήρια επιλογής: Παραδοσιακοί – Εντατικοί – Υπερεντατικοί ελαιώνες

Θέλω επίσης να σας προειδοποιήσω ότι οι υψηλοί πυκνότητας ελαιώνες δεν έχουν μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε ελαιόκαρπο από έναν αρδευόμενο τυπικό ελαιώνα. Έχουν περίπου την ίδια, καθώς από έναν καλό εντατικό ελαιώνα έχουμε περίπου ένα τόνο ανά στρέμμα. Άρα, όταν κάνετε τη δαπάνη για εγκατάσταση ενός υπερεντατικού ελαιώνα, πρέπει να ξέρετε πώς να την κάνετε μελετώντας τις σωστές αποστάσεις φύτευσης, τη σωστή ποικιλία, τον τρόπο κλαδεύματος. Πρέπει επίσης να γνωρίζετε ότι έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Έτσι, στην πραγματικότητα στο τέλος του κύκλου ζωής του αυτός ο τύπος της καλλιέργειας είναι πιο δαπανηρός. Το μόνο πλεονέκτημα είναι ότι μπορείτε να έχετε μια επιστροφή κεφαλαίου λίγο νωρίτερα, επειδή μπαίνετε περίπου ενάμιση έως δύο χρόνια νωρίτερα στην παραγωγή. Σε μερικές περιπτώσεις αυτός ο τύπος καλλιέργειας είναι πολύ χρήσιμος επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα εργατικά χέρια. Έτσι λοιπόν, ακόμα κι αν είναι πιο δαπανηρός πρέπει να χρησιμοποιηθεί.

Τώρα, για να επανέλθω στην αρχή της ομιλίας μου, δεν είμαι ενάντια στους παραδοσιακούς ελαιώνες. Αλλά αν θέλετε να έχετε μια οικονομική καλλιέργεια, στην οποία να βασίζεται το εισόδημά σας, πρέπει να μιλήσουμε για αρδευόμενους, εντατικού τύπου ελαιώνες, όπου μπορείτε να έχετε απόδοση, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα ένα τόνο ανά στρέμμα (συμπεριλαμβανόμενης και της παρενιαυτοφορίας).

Αν δεν έχετε αυτή την απόδοση, η καλλιέργεια δεν είναι οικονομικά συμφέρουσα. Δεν πρόκειται να υπεισέλθω στις τιμές του ελαιολάδου, αλλά τουλάχιστον σε μια σύγχρονη κοινωνία, όπου ο παραγωγός θέλει να ζει στο ίδιο βιοτικό επίπεδο με τους αστούς, πρέπει να έχει αυτό το επίπεδο του εισοδήματος. Στην πραγματικότητα σε ένα συστηματικό, εντατικό ελαιώνα σήμερα, ο μέσος όρος παραγωγής του είναι περίπου 1,5 τόνοι ανά στρέμμα. Οι καλοί έχουν ακόμα μεγαλύτερη. Τότε θα έχετε ένα καλό εισόδημα. Αν δεν το έχετε, τότε έχετε πρόβλημα.

Από την άλλη πλευρά, δεν στρέφομαι κατά των ελαιώνων παραδοσιακού τύπου. Θα πρέπει να τους κρατήσουμε, αλλά οι καλλιεργητές τους θα πρέπει να έχουν υποστήριξη. Επιπλέον τους χρειαζόμαστε για τη διατήρηση της φύσης, για τον τουρισμό, για το όμορφο αγροτικό τοπίο.

Φυσικά, η ποιότητα είναι το υπ’ αριθμόν ένα θέμα. Δεν μπορείτε να πωλήσετε κανένα ελαιοκομικό προϊόν αν δεν είναι ποιοτικό. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι έχουμε την ελαιοκαλλιέργεια για το εμπόριο, για την γεωργία, για την παραγωγή του ελαιολάδου και επιπλέον έχουμε πανέμορφα τοπία ελαιώνων, τα οποία θα πρέπει να τα κρατήσουμε σε μέρη όπου δεν μπορούμε να έχουμε εντατικού τύπου καλλιέργεια.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

Στη συνέχεια, ο καθ. Lavee απάντησε σε ερωτήσεις που έγιναν από τους σύνεδρους:

Σχετικά με τα γενετικά τροποποιημένα, κάθε νέα ποικιλία αποτελεί γενετική τροποποίηση.
Αν δούμε τα παιδιά μας, κάθε παιδί είναι διαφορετικό από τα άλλα, επειδή είναι γενετικά τροποποιημένο. Ο καθένας έχει τον δικό του γενότυπο. Αν όμως αναφέρεστε στο αν αναπτύχθηκαν μέσω βιολογικής ή γενετικής μηχανικής τότε η απάντηση είναι όχι.

Όλες αυτές οι διασταυρώσεις [των νέων ποικιλιών] είναι κλασσικές διασταυρώσεις , γι’αυτό και επιτρέπονται, ενώ δεν έχουν κανενός είδους επέμβαση από άλλους οργανισμούς εκτός της ελιάς . Ο όρος «γενετικά τροποποιημένος» είναι λανθασμένος γιατί η κάθε ποικιλία έχει τον δικό της γενότυπο και αυτό θα πρέπει πάντοτε να το έχουμε υπ’όψη μας.

Επίσης θαθελα να κάνω δύο μικρές παρατηρήσεις. Η πρώτη αναφέρεται στην άρδευση. Αν βρίσκεστε σε μία περιοχή όπου έχετε ελάχιστη βροχή, ή καθόλου βροχή, στην πραγματικότητα αυτή είναι η ιδανική περιοχή να καλλιεργήσετε ελιές, γιατί μπορείτε να ελέγξετε με ακρίβεια την ποσότητα του νερού που δίνετε στην ελιά και να έχετε ένα υψηλής ποιότητας ελαιόλαδο, χωρίς κανένα πρόβλημα.
Στην πραγματικότητα καλλιεργούμε ελιές στην έρημο, σε περιοχές με 20ml. βροχοπτώσεων και τότε η βροχή κάνει κακό, γιατί προκαλεί μετακίνηση των αλάτων, που υποτίθεται ότι δεν πρέπει να μεταφερθούν. Η ποιότητα του ελαιολάδου δεν επηρεάζεται εξ αιτίας των αρδεύσεων, εκτός αν –όμως είπε και ο συνάδελφος μου- πρόκειται για υπερβολική άρδευση ή για μη ελεγχόμενη.

Η γεύση μπορεί να αλλάξει εξαιτίας κάποιων μειώσεων, αλλά παραμένουν ακόμη όλα μέσα στα επιτρεπόμενα όρια. Θα πρέπει λοιπόν να έχουμε υπ’όψη ότι μπορεί να έχουμε διαφορετική γεύση αλλά θα πρόκειται για εξαιρετικές ελιές (ελαιόλαδα). Στην πραγματικότητα , ένα ελαιόλαδο από την έρημο του Ισραήλ, κατέκτησε ένα από τα βραβεία του Μάριο Σολινας. Σίγουρα λοιπόν πρόκειται για ελαιόλαδο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

Οι περισσότεροι ελαιώνες οι οποίοι αρδεύονται, είναι τύποι μη αρδευόμενοι επειδή αρδεύονται με το σύστημα στάγδην, άρα το θέμα αυτό δεν επηρεάζει.

Τα ζιζανιοκτόνα αφαιρούν την φυσική βλάστηση προσθέτοντάς την αν όχι στο έδαφος, αλλά τουλάχιστον στην επιφάνειά του, μειώνοντας την θερμοκρασία.
Η καλλιέργεια του εδάφους είναι κρίσιμης σημασίας όταν αναφερόμαστε σε μη αρδευόμενους ελαιώνες. Σήμερα υπάρχουν πολλοί μέθοδοι αλλά δεν θα υπεισέλθω γιατί τότε θα χρειαστούμε μια ακόμη ημέρα συζήτησης.

-Σχετικά με την κοινή, συνεχή άλεση. Οι διαφορετικές ποικιλίες, από διαφορετικούς ελαιώνες, χρειάζονται τελείως διαφορετικές μεθόδους έκθλιψης. Εάν θέλετε να τα αναμίξετε, μπορείτε να το κάνετε μετά την έκθλιψη και ότι κατά τη διάρκειά της. Αν έχετε μικρά ελαιοτεμάχια (παρτίδες) από την ίδια περιοχή, τότε η κοινή άλεση μπορεί να είναι μια καλή πρακτική.

Σχετικά με τον χρόνο της συγκομιδής. Το άριστο χρονικό σημείο τόσο για την ποιότητα, όσο και για την ποσότητα είναι όταν ο καρπός βρίσκεται στη φάση που τελειώνει η αλλαγή χρώματος στον εξωτερικό φλοιό, ενώ είναι ακόμη πράσινος στο εσωτερικό του.

————————————————————————————————–