Δίνουμε το λόγο στον Σύνδεσμο Εξαγωγέων Κρήτης

0

“Όσοι είναι έξω από το χορό πολλά τραγούδια ξέρουν” λέει μια παροιμία. Έτσι, από το olivenews.gr αποφασίσαμε να απευθυνθούμε στους κατ΄ εξοχήν πρωταγωνιστές και άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή στις επιχειρήσεις που αποτελούν σήμερα τη “ραχοκοκαλιά” της ελληνικής τυποποίησης ελαιολάδου προσπαθώντας μέσα από χίλιες μύριες δυσκολίες και αντιξοότητες να του δώσουν επώνυμο και μια προστιθέμενη αξία τοποθετώντας το στη διεθνή αλλά και στην ελληνική αγορά. Ξεκινάμε την έρευνά μας δίνοντας το λόγο στον Σύνδεσμο Εξαγωγέων Κρήτης, που αναπτύσσει μια ιδιαίτερα δυναμική πορεία. Η Κρήτη έχει το λόγο:

Απόψεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΚ:

  • Καλαμπόκη Αλκιβιάδη, GREAT GREEK EXHIBITIONS AND EXPORTS / CONSULTING ΙΚΕ,
  • Καρπαδάκη Εμμανουήλ,TERRA CRETA ΑΒΕΕ,
  • Νικολαράκη Γεωργίου, ΕΛΑΣΙΟΝ/ΜΑΛΛΙΩΤΑΚΗ ΜΑΡΙΑ,
  • Φουλέ Μαρίας, ΑΛΜΠΑΝΤΑΚΗΣ ΑΕΕΒΕ.

Ο κλάδος του ελαιολάδου τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις, όπως είναι η αυξανόμενη ζήτηση, οι ιδιαίτερες απαιτήσεις από συγκεκριμένες αγορές, η αστάθεια των τιμών παραγωγού, το φαινόμενο του έντονου  ανταγωνισμού στο ράφι. Η Ιταλία και η Ισπανία δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια μεριδίων, ενώ την ίδια στιγμή νέες χώρες μπαίνουν στην αγορά, κάνοντας ακόμα πιο σκληρό τον ανταγωνισμό. Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιμετωπιστούν οι νέες συνθήκες που επιβάλλει η πανδημία COVID-19.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, και παρά τα όποια προβλήματα, σαφώς και δημιουργούνται ευκαιρίες ανάπτυξης της τυποποίησης και των εξαγωγών. Πολλοί καταναλωτές αποκτούν μεγαλύτερη γνώση γύρω από τη διατροφική και βιολογική αξία του ποιοτικού ελαιολάδου, αλλάζοντας τις διατροφικές τους συνήθειες και αναζητώντας προϊόντα αναβαθμισμένου ποιοτικού προφίλ. Έτσι, αναζητούν προϊόντα πιστοποιημένα, ασφαλή, με σταθερή γεύση και αξία, και οι προοπτικές για το ελαιόλαδο είναι καλές, καθώς αποτελεί ένα βασικό προϊόν διατροφής, με αναγνωρισμένη υψηλή διατροφική αξία σε πολλές χώρες.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες από εμπλεκόμενους φορείς και επιχειρήσεις τυποποίησης ελαιολάδου για να αναδειχθεί αυτό το εξαιρετικό προϊόν και να υπάρξει περαιτέρω ενίσχυση των κρητικών εξαγωγών. Οι εξαγωγείς έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι για την καθιέρωση των προϊόντων τους στο εξωτερικό δεν επαρκεί μόνο η άριστη ποιότητα του προϊόντος, αλλά πρέπει να επικεντρωθούν και σε άλλα χαρακτηριστικά, όπως η εμφάνιση του προϊόντος (συσκευασία, ετικέτα), οι πιστοποιήσεις, οι βραβεύσεις κ.λ.π.. Ταυτόχρονα, ανανεώνουν τον μηχανολογικό τους εξοπλισμό, αναπτύσσουν ιδέες και παράγουν διαφοροποιημένα και καινοτόμα προϊόντα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όλο και περισσότερα επώνυμα Κρητικά ελαιόλαδα να καταλαμβάνουν περίοπτες θέσεις σε ράφια μεγάλων αλυσίδων του εξωτερικού. Οι όποιες προσπάθειες όμως γίνονται αποσπασματικά και χωρίς να ακολουθούν συγκεκριμένη εθνική στρατηγική.

Παρά το γεγονός ότι οι εξαγωγές ελαιολάδου σε τυποποιημένη μορφή έχουν αυξηθεί τελευταία, ο ρυθμός της αύξησης αυτής είναι αργός και έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε. Αν και πάνω από το 65% της συνολικής παραγωγής ελαιολάδου της χώρας μας κατατάσσεται στην κατηγορία «Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο», ποσοστό υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, εξακολουθούμε να εξάγουμε μεγάλη ποσότητα ελαιολάδου (περίπου το 30%) σε μορφή χύμα στην Ιταλία και άλλες χώρες. Επίσης, οι εξαγωγές τυποποιημένου ελαιολάδου είναι χαμηλότερες από το 15% της συνολικής παραγωγής μας, ενώ ταυτόχρονα μόνο το 4% του ευρωπαϊκού ελαιολάδου που εξάγεται σε χώρες εκτός Ε.Ε. είναι ελληνικό, σε αντίθεση με το Πορτογαλικό που αποτελεί το 10%, το Ιταλικό 33% και το ισπανικό 52%.

Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν μια αδυναμία του επώνυμου ελληνικού ελαιολάδου να σταθεί επάξια στα  ράφια της μεγάλης διανομής του εξωτερικού, και να διεκδικήσει όχι μόνο αναγνωσιμότητα αλλά και  προστιθέμενη αξία. Από τις βασικότερες αιτίες που συμβαίνει αυτό, είναι η μακροχρόνια απουσία στρατηγικού εξαγωγικού marketing και συγκροτημένης προβολής για το ελληνικό ελαιόλαδο, όταν οι ανταγωνίστριες χώρες επενδύουν μεγάλα κονδύλια σε αυτό.

Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί ως πρόκληση αν όχι απειλή, η κατάταξη του ελαιολάδου στην κατηγορία -D- της αξιολόγησης και επισήμανσης τροφίμων Nutri-score που προωθεί η Γαλλία και έχει εγκριθεί ήδη η προαιρετική χρήση του από την ΕΕ. Το σύστημα Nutri-score κατηγοριοποιεί όλα τα τρόφιμα σε πέντε επίπεδα (A,B,C,D,E) ανάλογα με το ποιοτικό/θρεπτικό τους προφίλ και δυστυχώς το Εξαιρετικό Παρθένο και το Παρθένο ελαιόλαδο, κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία με το ketch-up!!! Αυτονόητο είναι ότι θα πρέπει να γίνουν οι σχετικές διαβουλεύσεις με τα αρμόδια Υπουργεία για να τεθεί το θέμα στην ΕΕ και να τροποποιηθεί το σύστημα αξιολόγησης Nutri-score ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης, για να γίνει πιο ρεαλιστικό και ωφέλιμο προς τον καταναλωτή.

Επίσης, όπως έχουμε αναφέρει ήδη, η πώληση ελαιολάδου σε μορφή χύμα, κυρίως προς την Ιταλία, είναι ακόμα σε αυξημένα επίπεδα. Αυτό συμβαίνει κυρίως για οικονομικούς λόγους, δηλαδή χαμηλότερη τιμή για τον αγοραστή και άμεση ρευστότητα για τον παραγωγό, βλάπτει όμως την ταυτότητα του ελληνικού εξαιρετικού ελαιολάδου. Ταυτόχρονα, υπάρχει έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης και εκπαίδευσης των εμπλεκομένων με την καλλιέργεια και την παραγωγή του ελαιολάδου ως προς τις σύγχρονες απαιτήσεις της αγοράς, καθώς και αδυναμία εκσυγχρονισμού των μονάδων παραγωγής στα πρότυπα του ανταγωνισμού. Ακόμα ένας λόγος είναι ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος, αφού πάνω από το 65% των παραγωγών διαθέτουν ελαιώνες συνολικής έκτασης κάτω των 50 στρεμμάτων, όταν το ίδιο ποσοστό για την Ιταλία είναι 55% και για την Ισπανία 20%.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι για τη βελτίωση της κατάστασης και τη δημιουργία συνθηκών ενδυνάμωσης των εξαγωγών επώνυμου ελληνικού ελαιολάδου, ούτως ώστε να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν οι επιχειρήσεις στο ανταγωνιστικό περιβάλλον της διεθνούς αγοράς, χρειάζονται και τη συνδρομή του κράτους.

Προτάσεις:

– Χάραξη και υλοποίηση μιας Εθνικής στρατηγικής και ενιαίου brand name Ελληνικό Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο.

– Επιδότηση μέρους του κόστους συμμετοχής για τη συντεταγμένη παρουσία σε δράσεις προβολής και προώθησης, όπως Διεθνείς Εκθέσεις, επιχειρηματικές αποστολές και άλλες προωθητικές ενέργειες, όπως συμβαίνει και σε άλλες μεσογειακές χώρες.

– Εκπαίδευση και ενημέρωση των επαγγελματιών του κλάδου, από τον παραγωγό μέχρι τον ελαιουργό και τον τυποποιητή, πάνω στα ποιοτικά κριτήρια, τις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις των ξένων αγορών, τις σύγχρονες απαιτήσεις της αγοράς, τις πρακτικές αναβάθμισης της λειτουργίας των επιχειρήσεων και της ποιότητας του τελικού προϊόντος.

– Δράσεις ενημέρωσης για την ενίσχυση της ταυτότητας του Κρητικού ελαιολάδου και επιμόρφωση της νέας γενιάς στο πρότυπο της Κρητικής Διατροφής, με αλλαγή των καθημερινών διατροφικών συνηθειών.

– Παροχή κινήτρων για εκσυγχρονισμό ή και συγχώνευση των παραγωγικών μονάδων.

– Άμεση λήψη μέτρων και χορήγηση περισσότερων κονδυλίων για την καταπολέμηση των ασθενειών της ελιάς, για να αποφευχθεί στο μέλλον η καταστροφή της ποιότητας του Εξαιρετικού Παρθένου Ελαιολάδου που συνέβη κατά την ελαιοκομική περίοδο 2019/2020.

– Σύνδεση του τουρισμού και της γαστρονομίας με το ποιοτικό και επώνυμο ελαιόλαδο.

– Ανακήρυξη ενός έτους ως έτος του Κρητικού ελαιολάδου και διοργάνωση Διεθνούς Συνεδρίου Ελαιολάδου, με την πρόσκληση σημαντικών ομιλητών και εξειδικευμένων διατροφολόγων.

– Ανάδειξη πλεονεκτημάτων των προϊόντων ΠΟΠ, ΠΓΕ και των βιολογικών.

Πολιτεία και επιχειρήσεις θα πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, βασισμένοι στις αρχές του Περιφερειακού Marketing, για να διαφυλάξουμε το τοπικό μας προϊόν και μέσα από προωθητικές δράσεις να αναδείξουμε την ποιοτική υπεροχή και τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα. Μπορούμε να δούμε τα λάθη του παρελθόντος, τα σωστά παραδείγματα από τις ανταγωνίστριες χώρες, να προσαρμοστούμε, να είμαστε ευέλικτοι και να δούμε πώς αυτό μπορεί να αποτυπωθεί τελικά σε ενέργειες, πράξεις και μετά, ως τελική αποτίμηση, σε εξαγωγές και σε στατιστικά αποτελέσματα.

 

Εξαγωγές ελαιολάδου κατά το α’ 6μηνο 2020

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε για το α’ 6μηνο του 2020, το ελαιόλαδο, το οποίο αποτελεί το 32,8% του συνόλου των Κρητικών εξαγωγών και το 61,2% των εξαγωγών του κλάδου των Τροφίμων & Ποτών, παρουσίασε αύξηση ίση με 19,7% σε αξία και 70,9% σε ποσότητα. Έφτασε λοιπόν τα 79,6 εκ. ευρώ, έναντι των 66,5 εκ. ευρώ κατά το α’ 6μηνο του 2019, και τους 33.923 τόνους, έναντι των 19.846 τόνους το περυσινό αντίστοιχο διάστημα.

Όσον αφορά στις αγορές, πρώτη έρχεται η Ιταλία με μερίδιο 45,1%, δεύτερη η Γερμανία, με μερίδιο 27,1%, στην τρίτη θέση οι Η.Π.Α., με μερίδιο 4,8%, και ακολουθούν η Γαλλία και η Αυστρία, με μερίδια 2,9% και 2,1% αντίστοιχα.