Τα ΠΟΠ-ΠΓΕ χάνουν τις ξένες αγορές

0

Η ανεπαρκής στήριξη του θεσμού των ΠΟ-ΠΓΕ από μια ενιαία μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, σε συνδυασμό με το κενό που χαρακτηρίζει την τυποποίηση στην Ελλάδα, αποτελούν τους βασικούς σκοπέλους στους οποίους «σκοντάφτουν» οι σημαντικές αναπτυξιακές προοπτικές  των εγχώριων αγροτικών προϊόντων με ονομασία προέλευσης και τα προϊόντα με γεωγραφικές ενδείξεις στις αγορές του εξωτερικού.

                                 image

Οπως επισημαίνεται στη μελέτη της Infobank Hellastat,  το μέγεθος της ελληνικής αγοράς είναι αρκετά μικρότερο σε σχέση με το μέγεθος που θα δικαιολογούσε ο υψηλός αριθμός των αναγνωρισμένων προϊόντων, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στο ότι ο θεσμός της πιστοποίησης δεν στηρίχθηκε επαρκώς από μια ενιαία μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, ενώ την ίδια ώρα η διακίνηση χύμα ποσοτήτων προκαλεί αθέμιτο ανταγωνισμό στον κλάδο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει επίσημα 101 ελληνικά προϊόντα, εκ των οποίων 74 ΠΟΠ και 27 ΠΓΕ φυτικής και ζωικής προέλευσης, αριθμός που κατατάσσει τη χώρα μας στην 5η θέση του πίνακα των κρατών-μελών της Ε.Ε. 

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Infobank, το 2012 η Ελλάδα παρήγαγε συνολικά περίπου 150.000 τόνους προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ, με την αξία της αγοράς να εκτιμάται σε 650 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, από τη συνολική παραγόμενη ποσότητα, τα 2/3 καταναλώνονται στην εγχώρια αγορά, ενώ τα υπόλοιπα εξάγονται, κυρίως στην Ε.Ε.
Η συνολική αξία αγοράς στην Ε.Ε.-28 ανέρχεται στα 50 δισ. ευρώ, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει μόλις το 1,3% του συνόλου. Τα μεγαλύτερα μερίδια συγκεντρώνουν η Ιταλία (33%), η Γερμανία (25%), η Γαλλία (17%) και η Μεγάλη Βρετανία (8%).

Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα έχει καταχωρισμένα πολύ περισσότερα προϊόντα σε σχέση με Γερμανία και Μεγάλη Βρετανία, γεγονός που υποδεικνύει τη χαμηλή ακόμα ανάπτυξη του κλάδου στη χώρα μας.
Την ίδια ώρα, η εγχώρια κατανάλωση αρκετών προϊόντων υποχωρεί, καθώς λόγω του μειούμενου εισοδήματός τους οι καταναλωτές στρέφονται σε φθηνότερα προϊόντα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η μελέτη της Infobank επισημαίνει ότι διέξοδο για την ελληνική παραγωγή αποτελούν οι αγορές του εξωτερικού, όπου όμως, όπως υπογραμμίζει, «τα προϊόντα διατίθενται συνήθως σε χαμηλότερες τιμές σε σχέση με προϊόντα άλλων χωρών (π.χ. φέτα, ελαιόλαδα, κρασιά)».

Αν και τα ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ θεωρούνται υψηλής ποιότητας, εντούτοις λίγα μόνο καταφέρνουν να αποτελέσουν αντικείμενο εξαγωγών και να αποκτήσουν σημαντική θέση σε αγορές του εξωτερικού, εκμεταλλευόμενα την πιστοποίησή τους.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η φέτα, διάφορα επιτραπέζια τυριά όπως το κασέρι και η γραβιέρα, η ελιά Καλαμών κ.ά., η εξαγωγική επίδοση των οποίων ωστόσο δεν θεωρείται ακόμα αντίστοιχη της υψηλής ποιότητάς τους (π.χ. η φέτα κατέχει μόνο το 28% της διεθνούς αγοράς λευκών τυριών). Αντιθέτως, τα περισσότερα διακινούνται κυρίως εντός των συνόρων, όπως εξάλλου και πριν καταχωρηθούν επίσημα από την Ε.Ε.
Μεγάλο πλήγμα θεωρείται το γεγονός ότι στον κλάδο επικρατεί αθέμιτος ανταγωνισμός λόγω διακίνησης χύμα ποσοτήτων και ψεύτικων πιστοποιήσεων.
Επίσης, σε περιόδους χαμηλής εγχώριας παραγωγής σε ορισμένους τομείς, κοινή πρακτική αποτελούν οι ελληνοποιήσεις εισαγόμενων προϊόντων (π.χ. ελαιολάδου).

Νέα σήματα

Με γνώμονα το γεγονός ότι η υποστήριξη της ποιότητας αποτελεί πολιτική της Ε.Ε. προχωρούν και οι διαδικασίες για την καθιέρωση τριών νέων σημάτων πιστοποίησης που θα αφορούν στα προϊόντα Ορεινής Παραγωγής, Νησιωτικής Παραγωγής και στα Παραδοσιακά Προϊόντα.

Χαρτογράφηση του κλάδου

Η πολυπληθέστερη κατηγορία πιστοποιημένων ελληνικών προϊόντων είναι τα φρούτα, λαχανικά, ξηροί καρποί και όσπρια με 31 προϊόντα, τα 29 είναι ελαιόλαδα, τα 21 τυριά, τα 11 ποικιλίες ελιάς, ενώ έχουν αναγνωριστεί και 9 προϊόντα των υπόλοιπων κατηγοριών.

Πηγή: Ναυτεμπορική