Κολοκοτρώνης, πρωτοχρονιάτικος

«φέρε εις το έθνος σου την μάθησιν των Ευρωπαίων, η οποία, ως άκουσα από τους καλητέρους μου, είναι και επιστήμη Ελληνική

0

Γράφει η κα. Πολυμέρου Καμηλάκη, πρώην Διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Μέλος της Εθνικής Επιτροπής Ελλάδα 2021 και της Επιστημονικής Εταιρείας Εγκυκλοπαιδιστών Ελαιοκομίας (4Ε).

«…Εμείς εις 1821 εκαθαρίσαμεν τον τόπον, εκουβαλήσαμεν τα λιθάρια, εκτίσαμεν την οικοδομήν, εσείς θα εντύσετε τα γυμνά τείχη, θα φέρετε τες πολύτιμες ζωγραφιές, θα στήσετε τα εύμορφα τραπέζια και τους καθρέφτες, τούτο θα κάμη την προκοπή σας και τα γράμματα…».

Κατά τη διάρκεια του έτους 2021, αντί άλλων σχολίων, υποκειμενικών συνήθως, αποφάσισα να δημοσιεύω, όταν ο χρόνος μου το επιτρέπει, αποσπάσματα από τα Απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών του Αγώνας για την εθνική μας Παλιγγενεσία. Ξεκινώ από τον στρατηγό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος ένα περίπου μήνα πριν φύγει από τη ζωή, την πρωτοχρονιά του 1843, αποτιμά, ενώπιον Θεού και ανθρώπων ποια είναι η πραγματική προσφορά προς την πατρίδα.

Στον Πρόλογο των Απομνημονευμάτων του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη[1] ο Γ. Τερτσέτης διηγείται ένα περιστατικό την Πρωτοχρονιά του 1843, έτους του θανάτου του μεγάλου στρατηγού του Αγώνα. Γράφει:

«Την αρχιχρονιά του έτους 1843, έτους του θανάτου του, ο γέρο Κολοκοτρώνης ανέβηκε εις το κορφινότερο μέρος της νεοκτισμένης κατοικίας του, να αποφύγη τους πολλούς χαιρετισμούς της ημέρας – από τα γερατεία, και τας ασθενείας επεθύμει ανάπαυσιν. Αγνάντευε από τα παράθυρα, και την πρασινάδα των εληών, και την πόλιν των Αθηνών. Οι στενοί του γνώριμοι όμως ανέβαιναν να του ευχηθούν την καλήν χρονιά….». Εκεί τον επισκέπτεται ένας φίλος του, ο οποίος συνοδευόταν από ένα «νεοφερμένον από τες ακαδημίες της Γερμανίας». Εκεί που συζητούσαν άκουσαν ψαλμωδία νεκρικής πομπής και βγήκαν στο παράθυρο να δουν. «Είπε τότε ο γέρος: Αν είχαμεν εδώ τον Περσιάνον φιλόσοφον θα μας έλεγε αν πάγη εις την κόλασιν ή εις τον Παράδεισον».

Ο νεαρός επισκέπτης τον ρώτησε αν εννοεί κάτι και ο Κολοκοτρώνης διηγήθηκε πως κάποτε ήρθε στην Αθήνα ένας περιηγητής φιλόσοφος από την Περσία και καθώς συζητούσε με Αθηναίους φίλους του επέρασε λείψανο,  «καθώς τώρα- μακρυά από σας ου είσθε νέοι, εγώ έφαγα το ψωμί μου- και ως εδιάβαινε ακόμη ο νεκρός» ο περιηγητής έστειλε τον γραμματικό του να δη αν ο νεκρός πηγαίνει στην κόλαση ή στον Παράδεισο. Εκείνος γύρισε και του είπε στην κόλαση. Οι Αθηναίοι δεν ζήτησαν εξήγηση για το πως μπορούσε ένας ξένος να μαντέψει κάτι τέτοιο, για να μη φανούν κατώτεροι. Αυτό επαναλήφθηκε μια άλλη φορά και η πρόγνωση για τον νεκρό ήταν ότι οδεύει προς τον παράδεισο. Τότε πια περίεργοι οι Αθηναίοι ρώτησαν αν έχει κάποιο μυστικό γνώρισμα να διαβάζει την τύχη, το γραφτό του καθενός.  «Το πράγμα είναι απλό, απεκρίθη. Η οργή του κόσμου, ή κατάρα των συμπολιτών συνοδεύει εις την θανήν τους τους κακούς ανθρώπους, πρόδρομος τα αναθέματα της κρίσεως του θεού. Αλλ’ οι ευλογίες των ανθρώπων συνοδεύουν τους αγαθούς άνδρας, καθένας διηγείται με δάκρυα τα αγαθοεργήματά τους, και ρίχνει με τρέμουσαν παλάμην χώμα εις τον τάφον τους».

Και τελειώνοντας την ιστορία του Περσιάνου περιηγητή ρώτησε τον φίλο του για τον νέο Κεφαλλονίτη, τον σπουδασμένο στην Ευρώπη: «Τί εσπούδαξε;» Εσπούδαξε, είπεν ο φίλος του, ποία μονοπάτια πάνε από τον κόσμον εις την κόλασιν ή εις την παράδεισον. Εύγε του, είπε ο γέρος, αλλά φυσικά δεν θα στένει το τσαντήρι του εις τον έναν δρόμον ή τον άλλον αδιάφορα, αλλά θα αηδιάζει τον πρώτον και θα ορέγεται τον δεύτερον». Έτσι είναι απάντησε ο φίλος του. «Αν είναι έτζι, ας ακούση και εμέ την γνώμην, ποιο είναι το καλό μονοπάτι, και ας μην είμαι φιλόσοφος. Αφού ήλθε πρωτοχρονιάτικα να με εύρη, να του δώσω Αϊβασιλιάτικα. Εις την Ευρώπην εμάζωνε Αϊβασιλιάτικα από τους καθηγητάς του, χρυσάφι καθαρό, το δικό μου είναι σμιγμένο με χώμα πολύ, αν του φανή πως αξίζει, ας το παστρέψη, ας το καθαρίση να δείξη την λαμπράδα του. Βλέπετε τούτον τον οντά, είναι αστόλιστος,, καθίσματα δεν έχει, οι τοίχοι ξεροί, – τούτη είναι η Ελλάδα καθώς εμείς σας την παρεδώσαμεν, εμείς οι γέροι εις τους νέους. Εμείς εις 1821 εκαθαρίσαμεν τον τόπον, εκουβαλήσαμεν τα λιθάρια, εκτίσαμεν την οικοδομήν, εσείς θα εντύσετε τα γυμνά τείχη, θα φέρετε τες πολύτιμες ζωγραφιές, θα στήσετε τα εύμορφα τραπέζια και τους καθρέφτες, τούτο θα κάμη την προκοπή σας και τα γράμματα– και οι ευχές των συμπολιτών μας, και τα έργα σας θα σας ανεβάσουν εις τα προτρέπει: «φέρε εις το έθνος σου την μάθησιν των Ευρωπαίων, η οποία, ως άκουσα από τους καλητέρους μου, είναι και επιστήμη Ελληνική. – Από τες στεριές της γεννήσεώς μας εφύσησε εκεί αέρι ευτυχισμένο σοφίας, φέρε εις τα επιστρόφια την νύμφη. Έτσι έκαμε ο σοφός ο Ρήγας, έτσι ο Κυβερνήτης, διατί αγαπούσαν το γένος τους, και εις κολυμβήθρα αίματος εβαπτίσθησαν τέκνα πιστά της Ελλάδος. Οι άνθρωποι τους βράβευσαν βραβείον θανάτου, αλλά το τελεσκόπιον του φιλοσόφου της Περσίας δεν αγναντεύει εις τα ίδια καθίσματα φονείς και αθώους. Η φιλοσοφία είναι το φως της ψυχής, έρχεται ευθύς έπειτα από την θρησκείαν φως φωτεινότερο. Τα πρωτεία εις τον σταυρό! Και δόξα αιώνας αιώνων εις τους σταυρωμένους δια την πίστιν και διά το γένος! Σας μοίρασα τα στρενιάτικα, δεν έχω άλλα, τα έσωσα. Καλή μας χρονιά, με υγείαν».

Και ο Γ. Τερτσέτης καταλήγει: «Δύο μήνες έπειτα, ούτε, ο Κύριος Σ.Π. τες 4 Φεβρουαρίου είδε με τα φυσικότερα χρώματα ιστορημένην την σοφίαν των λόγων του ξξένοου φιλοσόφου, και του διερμηνέως του στρατηγού, όταν το πένθος όλων των Ελλήνων, οι ευχές, τα απαρηγόρητα κλάιματα επρόσφεραν εις τον ουράνιον δικαστήν τα πιστότερα πιστοποιητικά των καλών έργων και των ιδρώτων του καλού Έλληνος δια την ελευθερίαν της πατρίδος του».

Τα σοφά λόγια του εξακολουθούν να είναι και σήμερα χρήσιμα…

[1] Γεώργιος Τερτσέτης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836. Υπηγόρευσεν Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης, Αθήνησιν 1846, σ. λγ΄-λζ΄.