Γλοιοσπόριο: Μια σοβαρή ασθένεια για την ελαιοκαλλιέργεια

0

Το άρθρο “Γλοιοσπόριο ή Ανθράκωση ή Παστέλλα: Μια Σοβαρή Ασθένεια για την Ελαιοκαλλιέργεια, της Γεωπόνου, Φυτοπαθολόγου Ph.D., Βασιλικής Καράπαπα είναι αναδημοσίευση από το  τεύχος 87 του περιοδικού Ελιά & Ελαιόλαδο (Μάρτιος – Απρίλιος – Μάιος 2019).

——-

Το γλοιοσπόριο ή ανθράκωση ή παστέλλα προκαλείται από σύμπλοκο ειδών του γένους Colletotrichum (συν. Gloeosporium) και κυρίως των C. gloeosporioides, C. acutatum και C. Clavatum, και θεωρείται σήμερα μια από τις σοβαρότερες μυκητολογικές ασθένειες της ελιάς. Σε συνθήκες υψηλής υγρασίας ή μετά από έντονες και παρατεταμένες φθινοπωρινές και χειμερινές βροχοπτώσεις, τα παθογόνα μπορεί να έχουν καταστρεπτική επίπτωση στην ελαιοκαλλιέργεια. Έχει παρουσιαστεί και είναι διαδεδομένη σε πολλές ελαιοκομικές χώρες όπως Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία, Μοντενέγκρο, Ιαπωνία, Ουρουγουάη, Αργεντινή, Βραζιλία, Νότιος Αφρική, Καλιφόρνια, Κίνα, Ινδία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, προκαλώντας μείωση της παραγωγής και της ποιότητας του ελαιολάδου. Το γλοιοσπόριο ενδημεί στην Ελλάδα, με προσβολές να έχουν καταγραφεί στη Λιανολιά Κερκύρας και Πρεβέζης, στην Καλαμών και Κορωνέικη στην Αιτ/νία και Πελοπόννησο καθώς και στη Χονδρολιά Χαλκιδικής, στη Λευκολιά Σερρών και στις τοπικές ποικιλίες της Εύβοιας και της Λέσβου.

Ο μύκητας είναι ιδιαίτερα ζημιογόνος σε πυκνοφυτεμένους ελαιώνες με κακό αερισμό και σε αργιλώδη και μη στραγγιζόμενα εδάφη. Η επίπτωση και η σοβαρότητα της ασθένειας διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν σε μια περιοχή, τη μολυσματικότητα του πληθυσμού του παθογόνου μύκητα, την ευπάθεια της καλλιεργούμενης ποικιλίας, τα υπερβολικά ποτίσματα και την παρουσία των διαθέσιμων μολυσμάτων. Μέχρι πρόσφατα τα δεδομένα στην Ελλάδα έδειχναν ότι τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα της ασθένειας, η σήψη και η μουμιοποίηση των καρπών, εμφανίζονται μόνο με την ωρίμανσή τους και ότι οι καρποί προσβάλλονται απευθείας όταν έχουν αποκτήσει το πλήρες μέγεθος με υπεύθυνο παθογόνο είδος το C. gloeosporioides. Διαπιστώθηκε όμως η ύπαρξη του παθογόνου είδους C. acutatum, το οποίο κάτω από ευνοϊκές περιβαλλοντικές συνθήκες, προσβάλλει τα άνθη και τα καρπίδια. Στη διάρκεια της ξηρής περιόδου του καλοκαιριού παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση και αναλόγως των καιρικών συνθηκών το φθινόπωρο μπορεί να επιφέρει μικρές έως και πολύ μεγάλες προσβολές. Ιδιαίτερη σημασία για την αντιμετώπιση της ασθένειας έχει η αναγνώριση των μολυσμένων ανθέων, καρπιδίων φύλλων και κλάδων για τον σχεδιασμό ορθότερων στρατηγικών ελέγχου. Η αντιμετώπιση της ασθένειας γίνεται με ολοκληρωμένη διαχείριση, χημικές επεμβάσεις, επιλογή ανθεκτικών ποικιλιών και πρώιμη συγκομιδή.

Εμφάνιση της ασθένειας
Πρώτη αναφορά της ασθένειας έγινε ως «gaffa» από τον J. V. d’ Almeida στην Πορτογαλία, το 1899, και αργότερα στην Ελλάδα, το 1920, ως παστέλλα, από τον Δ. Σαρακωμένο στην ποικιλία Λιανολιά στην Κέρκυρα στο βιβλίο του «Η ελληνική ελαία».
Στην Ελλάδα το παθογόνο εθεωρείτο ότι αποτελούσε μόνιμο πρόβλημα για την Λιανολιά Κερκύρας. Όμως τα τελευταία χρόνια το πρόβλημα εντοπίστηκε και σε άλλες ποικιλίες και περιοχές με υψηλές βροχοπτώσεις όπως Πάργα, Πρέβεζα, Αιτ/νία, Ν. Πελοπόννησο, Λέσβο και Β. Εύβοια, και οι προσβολές επέφεραν σημαντική μείωση της παραγωγής. Το 2015 πρώτη φορά διαπιστώθηκε προσβολή σε άνθη της ποικιλίας Κορωνέικη στη Ζάκυνθο και στην Καλαμάτα. Επίσης το 2015 το παθογόνο εντοπίστηκε στην περιοχή του Μεσολογγίου σε προσβεβλημένους καρπούς ποικιλίας Κονσερβολιάς και Καλαμών με συμπτώματα σήψης και αρχόμενη μουμιοποίηση. Κατά τις ελαιοκομικές περιόδους 2014-15, 2016-17 και 2017-18 λόγω των καιρικών συνθηκών που επικράτησαν είχαμε προσβολές με σημαντικές απώλειες στην παραγωγή ελιάς σε περιοχές όπως η Αιτωλοακαρνανία, η Πελοπόννησος και η Ζάκυνθος.

Αίτιο-παθογόνο

Η ασθένεια οφείλεται στην ατελή μορφή του ασκομύκητα Glomerella cingulata (Phyllachorales, Phyllacloraceae) γνωστό ως γλοιοσπόριο (Colletotrichum spp.). Δύο αναμορφικά είδη του Colletotrichum, το C. gloeosporioides και το C. Αcutatum, έχουν αναφερθεί ότι είναι αυτά που συνδέονται με την ανθράκωση της ελιάς στην Ελλάδα. Το C. gloeosporioides στη ΒΔ Ελλάδα αποτελούσε μόνιμο πρόβλημα στη Λιανολιά Κερκύρας και έχει αναφερθεί ότι συμπεριφέρεται ως ευκαιριακό παθογόνο.
Tο C. acutatum επικρατεί σε περιοχές όπου η ασθένεια εμφανίζεται ενδημικά.
Το παθογόνο αυτό παρουσιάζει υψηλή φαινοτυπική και γονοτυπική ποικιλομορφία (σύμπλοκο ειδών Α1-Α10) με τη συμβολή μεγάλου αριθμού μορφοτύπων του στην ασθένεια. Απομονωμένα στελέχη από τη Δ. Ελλάδα και τη Ν. Πελοπόννησο έχουν αναφερθεί να ανήκουν στο είδος C. acutatum με τέσσερις χαρακτηριστικούς μορφότυπους (Α2, Α3, Α4 και Α5). Η γενετική ομάδα Α4 χαρακτηρίστηκε επίσημα ως ένα νέο είδος C. clavatum.

Οικονομικές συνέπειες

Η ασθένεια επιφέρει σημαντική μείωση της παραγωγής και υποβάθμιση της ποιότητας του ελαιολάδου. Το ελαιόλαδο έχει δυσάρεστη γεύση, υπέρυθρο χρώμα (Εικόνα 1), είναι θολό και παρουσιάζει χημικές μεταβολές στη σύστασή του όπως υψηλή οξύτητα που μπορεί να φτάσει έως και 1%, καθώς και σημαντική μείωση αντιοξειδωτικών ουσιών. Σε περίπτωση προσβολής από το γλοιοσπόριο η επεξεργασία των ελαιοποιήσιμων προσβεβλημένων καρπών πρέπει να είναι άμεση μετά τη συγκομιδή.

Συμπτώματα

Προσβολές στα φύλλα: Η προσβολή ξεκινά στην κορυφή του ελάσματος και εκδηλώνεται με κηλίδες καστανού χρώματος ή χλωρωτικού καστανοκίτρινου. Τα μολυσμένα φύλλα καρουλιάζουν προς τα πάνω και πέφτουν στο έδαφος. Πάνω στους προσβεβλημένους ιστούς εμφανίζονται οι καρποφορίες του μύκητα σε συγκεντρικούς κύκλους (Eικόνα 2). Οι προσβολές στα φύλλα μπορεί να προκαλέσουν σημαντική αποφύλλωση των κλάδων.

Προσβολή ανθέων: Προσβολές σε άνθη ελιάς αναφέρθηκαν αρχικά το 1956 στη Νότια Αφρική και μετέπειτα το 2008 στην Αυστραλία, Ισπανία και Ιταλία. Επιδημιολογικές μελέτες στην Ελλάδα το 2015 έδειξαν την ασυμπτωματική παρουσία του C. acutatum σε ελαιόδενδρα και διαπιστώθηκε ότι το παθογόνο προσβάλλει τα άνθη και τα καρπίδια. Τα προσβεβλημένα άνθη αποκτούν καστανοκόκκινο μεταχρωματισμό (Εικόνα 3) με αποτέλεσμα τη μείωση της ανθοφορίας και της καρπόδεσης. Βάσει αυτής της παρατήρησης, οι επεμβάσεις με μυκητοκτόνα θα πρέπει να ξεκινούν λίγο πριν την άνθιση (στο κρόκιασμα).

Προσβολές στους καρπούς: Από τα μολυσμένα φύλλα και τους κλαδίσκους, ο μύκητας εξαπλώνεται στους καρπούς μέσω του ποδίσκου. Οι πράσινοι καρποί μπορεί επίσης να επηρεαστούν κάτω από ευνοϊκές περιβαλλοντικές συνθήκες. Σε ποικιλίες με επιμήκεις καρπούς (πχ. Καλαμών), η σήψη ξεκινά συνήθως από το κορυφαίο άκρο και επεκτείνεται στην υπόλοιπη επιφάνεια. Στις ποικιλίες με μεγάλους καρπούς, τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται ως κυκλικές βυθισμένες κηλίδες ή υπό τη μορφή ομόκεντρων δακτυλίων ξεκινώντας από το κέντρο της προσβολής. Οι προσβεβλημένοι ιστοί των κηλίδων καλύπτονται από τις καρποφορίες του μύκητα που εμφανίζονται σαν μαύρα στίγματα. Σε συνθήκες υψηλής υγρασίας από τις καρποφορίες βγαίνουν πολυάριθμα σπόρια ως γλοιώδη ρόδινη μάζα. Οι προσβεβλημένοι καρποί πέφτουν στο έδαφος ή παραμένουν πάνω στο δένδρο και μουμιοποιούνται αποτελώντας πηγή μολυσμάτων για την επόμενη άνοιξη. Στους ώριμους καρπούς, παρατηρείται μια εσωτερική φαιά σήψη της σάρκας γύρω από την κηλίδα. Εκτός από τις άμεσες απώλειες που οφείλονται στην πρόωρη πτώση των προσβεβλημένων καρπών, οι φυτοτοξίνες που παράγονται από το παθογόνο στους προσβεβλημένους καρπούς προκαλούν ένα δευτερογενές σύνδρομο, το κάψιμο των βλαστών και των κλάδων. Έλλειψη ασβεστίου, επίσης, μπορεί να προκαλέσει διάσπαση στα κύτταρα στο αναπτυσσόμενο άκρο του καρπού και να οδηγήσει σε προβλήματα σήψης των καρπών στις ελιές. Το πρόβλημα αυτό αναφέρεται ως soft nose, μαλακή κορυφή του καρπού, και αντιμετωπίζεται προληπτικά με ψεκασμούς στα φύλλα με νιτρικό ασβέστιο.

Πρόληψη-Καταπολέμηση
Ο μύκητας διαχειμάζει στους μολυσμένους, μουμιοποιημένους καρπούς, στα κλαδιά και στα φύλλα. Η καλύτερη στρατηγική καταπολέμησης είναι να αποτραπεί η εξάπλωση της ασθένειας από τους μολυσμένους βλαστούς, τα κλαδιά και τους μουμιοποιημένους καρπούς. Το στάδιο ανθοφορίας φαίνεται να είναι κρίσιμο για τη μόλυνση.

Συνιστώνται:
1) Πρώιμη συγκομιδή.

2) Επιμελές κλάδεμα για αερισμό της κόμης.

3) Αφαίρεση και κάψιμο των μολυσμένων κλάδων και των μουμιοποιημένων καρπών.

4) Προληπτικές επεμβάσεις με εγκεκριμένα σκευάσματα, όπως χαλκούχα, με προεξέχοντα το βορδιγάλειο πολτό ή σκευάσματα της χημικής ομάδας των στρομπιλουρινών όπως το Insignia® 20 WG (Pyraclostrobin) της εταιρείας BASF. Η εφαρμογή ενός ψεκασμού τον Απρίλιο-Μάιο, στο στάδιο του κροκιάσματος των ανθέων, περιορίζει τα πρωτογενή μολύσματα. Στη συνέχεια ένας ψεκασμός τον Ιούνιο, την περίοδο της καρπόδεσης και ένας ψεκασμός αργά τον Αύγουστο. Ακολουθούν ψεκασμοί, ένας αρχές Σεπτεμβρίου και ένας Οκτώβριο-Νοέμβριο, πριν ξεκινήσουν οι βροχές και πέσει η θερμοκρασία, για την καταπολέμηση των δευτερογενών μολυσμάτων. Τέλος, ψεκασμός μετά το χειμερινό κλάδεμα με χαλκούχα σκευασμάτα.

5) Χημική ή και μηχανική ζιζανιοκτονία.

6) Συλλογή και απομάκρυνση του πεσμένου στο έδαφος μουμιοποιημένου καρπού καθώς και αυτών στα κλαδιά.

7) Ελαφριά κατεργασία του εδάφους με τους μουμιοποιημένους καρπούς. 8) Προστασία από εντομολογικές προσβολές και κυρίως του δάκου.

9) Ισορροπημένες λιπάνσεις για ανθεκτικούς καρπούς.

10) Ανθεκτικές ποικιλίες (έχει παρατηρηθεί ότι οι καρποί των ποικιλιών Καλαμών και Κορωνέικης παρουσίασαν σχετική ανθεκτικότητα).
Πολλά είδη Colletotrichum spp. συνδέονται με την ανθράκωση και, με λίγες εξαιρέσεις, κυριαρχεί συνήθως ένα είδος σε μια συγκεκριμένη περιοχή καλλιέργειας ελιάς, υποδηλώνοντας έτσι ένα προσαρμοστικό δυναμικό σε διαφορετικό γενετικό υπόβαθρο και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Περαιτέρω έρευνες σχετικά με τους ξενιστές και τα διάφορα είδη Colletotrichum και μελέτες παθογένειας χρειάζονται για να διασαφηνίσουν τη βιολογία και την οικολογία αυτών των ειδών σε φυσικές συνθήκες και να εξηγήσουν τη γεωγραφική τους κατανομή σε διάφορες περιοχές καλλιέργειας ελιάς.