Η ανομβρία απειλεί τη νέα εσοδεία 2021/22, συστάσεις στους παραγωγούς

Το πότισμα είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση ικανοποιητικής παραγωγής όταν η ετήσια βροχόπτωση δεν υπερβαίνει τα 400 χιλιοστά.

0

Διανύουμε έναν πολύ ακατάστατο και περίεργο χειμώνα με έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ περιοχών. Βροχές και χιόνια εκδηλώθηκαν αλλού με μεγάλη σφοδρότητα (ακόμη και στα βόρεια προάστεια της Αθήνας), αλλού φυσιολογικά, κι αλλού τελείως επιφανειακά ή και καθόλου (π.χ. κατά τόπους στην Πελοπόννησο). Όλα αυτά πιθανόν να οφείλονται στην “κλιματική αλλαγή” το γεγονός όμως είναι ότι δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για την επερχόμενη εσοδεία της 2021/22. Ζητήσαμε τη γνώμη και τις συστάσεις προς τους ελαιοπαραγωγούς από τον ομότιμο καθηγητή Δενδροκομίας, πρόεδρο της 4Ε κ. Σταύρο Βέμμο, την οποία και δημοσιεύουμε στο άρθρο που ακολουθεί. (ΒΖ)

Ανάγκη πρώιμου ποτίσματος των ελαιώνων

Δεδομένων των καιρικών συνθηκών που επικρατούν αυτή την εποχή, δηλαδή της έλλειψης ικανοποιητικών βροχών και της παρατεταμένης ξηρασίας, ιδιαίτερα στη Νότια Ελλάδα όπου βρίσκεται και ο κύριος όγκος παραγωγής της ελιάς, υπάρχει ανάγκη πρώιμων ποτισμάτων στους ελαιώνες. Για την κατανόηση της σημασίας του νερού για την ελιά, γενικά και ειδικά για την εποχή αυτή, γίνεται η παρακάτω περιγραφή των πιθανών προβλημάτων από την έλλειψη νερού στους ελαιώνες.

Η σημασία του νερού για την ελιά

H ελιά είναι ένα δένδρο που προσαρμόζεται σε ξηροθερμικό και μεσογειακό κλίμα με αρκετά μεγάλη αντοχή στην ξηρασία, πράγμα που εξαρτάται και από την ποικιλία. Παρ’ όλα αυτά απαιτεί ένα ικανοποιητικό ύψος ετήσιων βροχοπτώσεων καλά κατανεμημένων στις διάφορες εποχές για να έχει ικανοποιητική παραγωγή την επόμενη χρονιά. Η σημασία του νερού στη φυσιολογία, ανάπτυξη και καρποφορία της ελιάς είναι πολύ μεγάλη και αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες καρποφορίας και ποιότητας καρπών. Αυτό γιατί επηρεάζει τη φωτοσύνθεση, τη μεταφορά των θρεπτικών στοιχείων από το έδαφος στα φύλλα και επομένως τη θρέψη του δένδρου. Επηρεάζει επίσης τη διαφοροποίηση των ανθοφόρων οφθαλμών (το πρώτο σημαντικό στάδιο για την καρποφορία), την ανθοφορία, την καρπόδεση και ανάπτυξη των καρπών, καθώς και την ανάπτυξη της βλάστησης. Οι μειωμένες βροχοπτώσεις το χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης μπορεί να οδηγήσουν και στο φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας (εναλλαγές πολύ χαμηλών με κανονικών/υψηλών ετήσιων ποσοτήτων παραγωγής).

Ανάγκες σε νερό της ελιάς για καλή ανάπτυξη και καρποφορία

Η ελιά αναπτύσσεται χωρίς πότισμα σε ξηροθερμικές περιοχές όπου η ετήσια βροχόπτωση είναι πάνω από 200 χιλιοστά αλλά με μικρές αποδόσεις και έντονο το πρόβλημα της παρενιαυτοφορίας, ειδικά όταν η συνολική βροχόπτωση είναι κάτω από τα 400 χιλιοστά το χρόνο. Η ελιά απαιτεί 500-600 χιλιοστά/χρόνο ύψος βροχής με καλή κατανομή στις διάφορες εποχές του έτους για καλή ανάπτυξη και παραγωγή. Είναι γνωστό μάλιστα ότι οι αποδόσεις αυξάνονται γραμμικά με την αύξηση των ετήσιων βροχοπτώσεων από τα 200 μέχρι και τα 800-1000 χιλιοστά.

Επομένως το πότισμα είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση ικανοποιητικής παραγωγής όταν η βροχόπτωση δεν υπερβαίνει τα 400 χιλιοστά. Συνήθως η εφαρμογή ποτισμάτων στην ελιά καλύπτει τους μήνες από Μάϊο μέχρι Σεπτέμβριο ή ακόμη και Οκτώβριο, ανάλογα με τις πρώτες βροχοπτώσεις. Έχει αποδειχθεί ότι το πότισμα στις πιο πάνω περιοχές και ειδικά το καλοκαίρι είναι απαραίτητο για να έχουμε υψηλές αποδόσεις. Η ανάγκη ποτίσματος είναι μεγαλύτερη όταν η κατανομή των βροχοπτώσεων στο χρόνο δεν είναι ομοιόμορφη καθώς και σε φτωχά εδάφη με μικρή υδατοϊκανότητα και πυκνές φυτείες ελιάς (25-40 δένδρα / στρέμμα).

Εκτός του ετήσιου ύψους των βροχών, η κατανομή τους παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στην παραγωγή. Τα κρίσιμα στάδια για την καρποφορία της ελιάς που η έλλειψη νερού μπορεί να μειώσει αισθητά την παραγωγή είναι:

 1)Το στάδιο της διαφοροποίησης των ανθοφόρων οφθαλμών

Από το φθινόπωρο μέχρι αρχές άνοιξης και ειδικότερα η περίοδος Φεβρουαρίου – μέσα Μαρτίου.

Η συνεχής ξηρασία την εποχή αυτή προκαλεί μείωση του αριθμού των ταξιανθιών, μειωμένη ανάπτυξη ταξιανθιών, μείωση αριθμού ανθέων ανά ταξιανθία, μείωση ποσοστού τέλειων ανθέων με αποτέλεσμα τη μείωση της επικονίασης/γονιμοποίησης, της καρπόδεσης και της καρποφορίας.

2) Στάδιο ανθοφορίας – καρπόδεσης (Μέσα Απριλίου-Ιούνιος)

Η παρατεταμένη έλλειψη νερού την άνοιξη – αρχές καλοκαιριού μπορεί να προκαλέσει πύρωση του υπέρου, ανθόπτωση, μείωση καρπόδεσης και καρπόπτωση.

3) Στάδιο ανάπτυξης των καρπών και κυρίως της ταχείας αύξησης (Ιούλιος-Σεπτέμβριος)

Συνθήκες έλλειψης νερού την άνοιξη και το καλοκαίρι προκαλούν μείωση της βλάστησης και κατά συνέπεια μείωση της παραγωγής της επόμενης χρονιάς, καθώς και καρπόπτωση. Επίσης, προκαλείται μείωση της ανάπτυξης του καρπού, συρρίκνωση, πρώϊμη ωρίμανση, μείωση της σχέσης σάρκας/πυρήνα με αποτέλεσμα τη μείωση της περιεκτικότητας των καρπών σε λάδι. Τέλος, η ξηρασία κατά τά τέλη καλοκαιριού-αρχές φθινοπώρου οψιμίζει την άνθηση της επόμενης άνοιξης και μειώνει το ποσοστό των τέλειων ανθέων (λόγω μερικής αποφύλλωσης και μείωσης της φωτοσύνθεσης).

Οι επιδράσεις της άρδευσης στη βλάστηση και καρποφορία

Τα πολύχρονα πειράματα έχουν δείξει ότι η άρδευση αυξάνει το ποσοστό διαφοροποίησης ανθοφόρων οφθαλμών, το μήκος της ετήσιας βλάστησης και της ρίζας, ενώ μειώνει την πρώϊμη φυλλόπτωση. Αυξάνει τον αριθμό των ανθοταξιών και την καρπόδεση, τον αριθμό ανθέων/ταξιανθία και το ποσοστό των τέλειων ανθέων. Αυξάνει επίσης την παραγωγή του επόμενου χρόνου, το μέγεθος και το μέσο βάρος του καρπού. Θα πρέπει όμως να αποφεύγεται η υπερβολική άρδευση  στην άνθηση γιατί μπορεί να προκαλέσει έλλειψη αζώτου, πτώση των ανθέων, μείωση της καρπόδεσης και της παραγωγής.

Πειραματικά δεδομένα έδειξαν ότι το πότισμα ελιών όπου η ετήσια βροχόπτωση ήταν 400-500 χιλιοστά διπλασίασε την παραγωγή/στρέμμα (από 800 κιλά/στρέμμα σε 1600 κιλά/στρέμμα).

Επίκαιρες συστάσεις στους ελαιοπαραγωγούς

Σύμφωνα με τα παράπάνω μια παρατεταμένη ανομβρία τον Φεβρουάριο-Μάρτιο μπορεί να προκαλέσει σημαντική μείωση της ανθοφορίας και της παραγωγής της ελιάς. Για τους πιο πάνω λόγους η άρδευση (όπου υπάρχει διαθέσιμο νερό) είναι απαραίτητο να ξεκινήσει από τις αρχές Μαρτίου για να εξασφαλισθεί ικανοποιητική παραγωγή.

Για τους ξηρικούς ελαιώνες συνιστάται να αποφεύγονται τα οργώματα και φρεζαρίσματα ειδικά την άνοιξη διότι μειώνουν την υγρασία του εδάφους και την οργανική ουσία. Αντί αυτού να εφαρμόζονται πρακτικές που αυξάνουν την οργανική ουσία του εδάφους και διατηρούν μεγαλύτερες ποσότητες νερού στο έδαφος. Τέτοιες πρακτικές είναι η χρήση χορτοκοπτικών και καταστροφέων για τον έλεγχο των ζιζανίων, η οργανική λίπανση και γενικά πρακτικές που βοηθούν στη διατήρηση μεγαλύτερου ποσοστού υγρασίας στο έδαφος. Η δημιουργία επιστρωμμάτων στο έδαφος με την αποφυγή καψίματος των κλαδιών τον, θρυμματισμό τους και τον διασκορπισμό στο έδαφος του ελαιώνα βοηθούν στη συγκράτηση υγρασίας στο έδαφος. Οι πρακτικές αυτές καλό είναι να εφαρμόζονται και στους ποτιστικούς ελαιώνες για τη μέιωση των απαιτούμενων ποσοτήτων νερού για πότισμα.

Ο Σταύρος Βέμμος είναι ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστήμιου Αθηνών και πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Εγκυκλοπαιδιστών Ελαιοκομίας (4Ε).