Η θέσπιση νέας εθνικής νομοθεσίας για τα Υγρά Απόβλητα Ελαιοτριβείων (ΥΑΕ)

Ο πολύπαθος ελαιοτριβέας για να προβεί στις κατάλληλες επενδύσεις, που θα του επιτρέψουν να εφαρμόσει μια εντελώς νέα μέθοδο, πρέπει πρώτα να πειστεί ότι α) η μέθοδος είναι εφαρμόσιμη, απλή και αποτελεσματική, β) είναι οικονομικά προσιτή για τη μονάδα του και γ) δε θα αντιμετωπίσει γραφειοκρατικές ακρότητες.

0

Άρθρο του κ. Ηλία Πολυχνιάτη, χημικού, αντιπροέδρου του Συνδέσμου Ελαιοτριβείων Λέσβου, μέλους της Επιστημονικής Εταιρείας Εγκυκλοπαιδιστών Ελαιοκομίας (4 Ε), δημοσιεύθηκε στο τεύχος 87 του Ελιά & Ελαιόλαδο. 

Το ότι τα περισσότερα ελαιοτριβεία στην Ελλάδα, από θέσπισης περιβαλλοντικής νομοθεσίας, λειτουργούσαν ή και λειτουργούν ακόμα κάποια απ’ αυτά κατ’ ανοχή είναι γνωστό σε όσους έχουν ασχοληθεί έστω και ακροθιγώς με το θέμα. Ο λόγος είναι ότι οι δυνατότητες που παρείχε μέχρι πρόσφατα η νομοθεσία για τη διαχείριση των ΥΑ ελαιοτριβείων, που κατατάσσονται στην κατηγορία Β του ν. 4014/11, δηλαδή του συνόλου σχεδόν των ελαιοτριβείων στη χώρα μας, συνεπάγονται υψηλό οικονομικό κόστος, επειδή τα ΥΑΕ πρέπει να υποβληθούν σε κατάλληλη επεξεργασία προκειμένου να απορριφθούν, ή υψηλό περιβαλλοντικό κόστος, ειδικά για νησιά με τουριστική προοπτική και μικρή έκταση, προκειμένου να εναποτεθούν σε επιφανειακές εδαφοδεξαμενές με σκοπό να εξατμιστούν το καλοκαίρι, με ό,τι αυτό συνεπιφέρει περιβαλλοντικά και κοινωνικά. Να σημειωθεί ότι η διφασική λειτουργία των ελαιοτριβείων, με ελάχιστη παραγωγή ΥΑΕ, σκοντάφτει στην ανάγκη ύπαρξης και διαθεσιμότητας κατάλληλης μονάδας επεξεργασίας του παραγόμενου υδαρούς διφασικού ελαιοπυρήνα, κάτι που μέχρι πρόσφατα στη Λέσβο ήταν πολυτέλεια. Έτσι το πρόβλημα παρέμενε, πρακτικά, άλυτο. Το ζήτημα τέθηκε από την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου υπόψη της Ειδικής Γραμματείας Υδάτων τον Απρίλιο του 2014, η οποία συγκρότησε διυπουργική Ομάδα Εργασίας για επανεξέταση της σχετικής νομοθεσίας. Παράλληλα τα συνεταιριστικά και ιδιωτικά ελαιοτριβεία της Λέσβου, υπό το βάρος του θέματος, συγκρότησαν τον ενιαίο Σύνδεσμο Ελαιοτριβείων Λέσβου. Και ξεκίνησε ένας κύκλος συναντήσεων με κατάθεση προτάσεων, μία εκ των οποίων, εκ μέρους της Περιφέρειας Β. Αιγαίου, ήταν η διασπορά των ΥΑΕ σε γεωργική γη υπό όρους που έμελλε να οριστούν.

Σημαντική συνδρομή στην εξέλιξη που ακολούθησε προέκυψε από το περιοδικό «Ελιά και Ελαιόλαδο», στο τεύχος Φεβρουαρίου 2011, στο οποίο είχε δημοσιευτεί, μεταφρασμένος στην ελληνική, ο ιταλικός νόμος 574/1996, με βάση τον οποίο παρέχεται η δυνατότητα στην Ιταλία τα ΥΑΕ και ο ελαιοπυρήνας να διασκορπίζονται υπό απλούς όρους, χαμηλού κόστους, σε γεωργική γη. Παράλληλα πληροφορηθήκαμε ότι σε γενικές γραμμές παρόμοια πρακτική εφαρμόζεται από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Κύπρο, όπως επίσης ότι έχει ερευνηθεί επαρκώς στη χώρα μας στα Ινστιτούτα της «ΔΗΜΗΤΡΑ», Υποτροπικών και Ελαίας Χανίων, υπό τον ερευνητή Κ. Χαρτζουλάκη, και Καλαμάτας, υπό τον ερευνητή Π. Κάτσαρη. Ήταν προφανές ότι η επιλογή αυτή θα ήταν ασφαλής λύση με πολλαπλή ωφέλεια. Ο «ρύπος» θα γινόταν «πόρος». Εκτός από τη λύση του ζητήματος της διάθεσης των ΥΑΕ θα επιτυγχάνετο αξιοποίηση του υδατικού φορτίου τους, του ανόργανου με λιπαντική αξία φορτίου τους, αλλά και του οργανικού φορτίου τους ως βελτιωτικό εδάφους. Για τούτο η μέθοδος χαρακτηρίζεται ως υδρολίπανση. Διαθέταμε το νομικό πλαίσιο που ίσχυε στην Ιταλία και είχε δοκιμαστεί επί εικοσαετία, οπότε επιδιώξαμε την υιοθέτησή του.

Εντούτοις στη χώρα μας τα πράγματα δεν αλλάζουν εύκολα.

Δυόμισι χρόνια αργότερα, ύστερα από σειρά διαβουλεύσεων, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 3924/Β/6-12-2016 η πρώτη ΚΥΑ που επιτρέπει την πρακτική αυτή και στη χώρα μας. Αλλά με ποιους όρους! Η ΚΥΑ εισήγαγε σωρεία υποχρεώσεων για τον υπεύθυνο του ελαιοτριβείου που θα τολμούσε να την εφαρμόσει. Απανωτές δειγματοληψίες εδάφους με χρήση GPS και λήψη δειγμάτων από δύο βάθη πριν και ένα(!) μήνα μετά τη διασπορά των ΥΑΕ, επτά φυσικοχημικές αναλύσεις σε κάθε δείγμα πριν την εφαρμογή και άλλες τόσες μετά, σειρά υποκρυπτόμενων υδρογεωλογικών προσδιορισμών στα εδάφη, αναφορά σε βαρέα μέταλλα, μέχρι και ανάλυση δείγματος ΥΑΕ για δώδεκα παραμέτρους, πληροφορίες και τοπογραφικές απεικονίσεις για την περιοχή εφαρμογής και για ζώνη 500 m περιφερειακά εκτός αυτής, ήταν κάποια στοιχεία που απαιτούσε η ΚΥΑ να περιλαμβάνονται στον τεχνικό φάκελο που θα κατετίθετο για αδειοδότηση. Το πράγμα θύμιζε ερευνητική μελέτη πανεπιστημιακού επιπέδου.

Ήταν φανερό ότι η ΚΥΑ θα έμενε κείμενο χωρίς εφαρμογή. Οι ελαιοτριβείς δεν ήταν δυνατό να επωμιστούν το κόστος της, αλλά ούτε ήταν πρόθυμοι να εμπλακούν στις διαδικασίες που προέβλεπε με το κυνήγι των δειγματοληψιών, πολλές εκ των οποίων έπρεπε να γίνουν κατά τη διάρκεια της ελαιοκομικής περιόδου.

Νέος κύκλος προσπαθειών ξεκίνησε από τον Σύνδεσμο των Ελαιοτριβείων Λέσβου, με πρώτη ενέργεια τη διοργάνωση ημερίδας τον Μάιο του 2017 στη Μυτιλήνη με βασικούς εισηγητές δύο ερευνητές της μεθόδου και θερμούς υποστηρικτές της τον Κώστα Χαρτζουλάκη και τον Παναγιώτη Κάτσαρη. Επίσημος προσκεκλημένος ο Γενικός Γραμματέας Βιομηχανίας Στρατής Ζαφείρης, προϊστάμενος της επισπεύδουσας αρχής για την επίμαχη νομοθεσία. Η ημερίδα αποδείχτηκε καταλυτική. Ο κ. Ζαφείρης, χημικός μηχανικός ο ίδιος, με επιστημοσύνη, κατανόησε τις πραγματικές διαστάσεις του ζητήματος και συμφώνησε ότι η ΚΥΑ χρήζει τροποποίησης προς το απλούστερο.

Η τροποποίηση της ΚΥΑ έγινε. Τον Δεκέμβριο του 2017 δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 4333/Β/12-12-2017 η νέα ΚΥΑ η οποία απλοποιεί σημαντικά την προηγουμένη. Τουλάχιστον την καθιστά εφαρμόσιμη. Πρόκειται για πολιτική απόφαση των υπουργών Αλέξανδρου Χαρίτση, Σωκράτη Φάμελλου και Γιάννη Τσιρώνη με εμπνευστή τον τότε Γ. Γ. Βιομηχανίας Στρατή Ζαφείρη, που υπερκέρασε τις όποιες επιφυλάξεις των υπηρεσιακών παραγόντων. Προσωπικά πιστεύω ότι για τα ελληνικά δεδομένα πρόκειται για επίτευγμα της επιστήμης και της πολιτικής, οι οποίες πρέπει να ανοίγουν δρόμους και να προσφέρουν καινοτόμες εφικτές επιλογές, ειδικά σε μια χώρα που πρέπει να τρέξει.

Εάν επιχειρήσουμε σύγκριση της ιταλικής και της παράλληλης εθνικής μας νομοθεσίας, θα διαπιστώσουμε σειρά διαφορών. Και αναφέρομαι σ’ αυτές που απορρέουν τόσο από τη διαφορετικότητα των διοικητικών συστημάτων, όσο και σ’ αυτές που απεικονίζουν το ενδιαφέρον του νομοθέτη να δώσει ουσιαστική λύση στο ζήτημα. Δηλαδή, λύση που να στηρίζει πρωτίστως τον ενδιαφερόμενο πολίτη και την παραγωγή, αλλά και να φροντίζει την προστασία του περιβάλλοντος, ως προαπαιτούμενο στοιχείο για την υγιή ανάπτυξη της κοινωνίας, με θέσπιση των απαραίτητων και μόνο μέτρων και διαδικασιών για τη διασφάλιση του σκοπού, αντίστοιχων του αντικειμένου και των ιδιοτήτων του, που εν προκειμένω είναι φυσικό και βιοδιασπώμενο χρήσιμο υλικό, χωρίς μολυσματικές ή άλλες επικίνδυνες ιδιότητες. Εντυπωσιάζει μάλιστα μια διάταξη στον ιταλικό νόμο, η οποία προβλέπει απαλλαγή από τιμωρία για παραβάσεις που σημειώθηκαν πριν τη δημοσίευση του νόμου, εφ’ όσον οι παραβάτες, μετά τη δημοσίευσή του, έχουν συμμορφωθεί με τις διατάξεις του. Στην Ελλάδα τέτοιου είδους προσέγγιση ελλείπει.

Το ανέφερα και πριν. Οι αλλαγές εδώ δεν γίνονται εύκολα. Ο πολύπαθος ελαιοτριβέας για να προβεί στις κατάλληλες επενδύσεις, που θα του επιτρέψουν να εφαρμόσει μια εντελώς νέα μέθοδο, πρέπει πρώτα να πειστεί ότι α) η μέθοδος είναι εφαρμόσιμη, απλή και αποτελεσματική, β) είναι οικονομικά προσιτή για τη μονάδα του και γ) δε θα αντιμετωπίσει γραφειοκρατικές ακρότητες. Συνήθως περιμένει να ξεκινήσουν άλλοι, ώστε να πάρει ασφαλείς απαντήσεις. Εδώ πρέπει να σημειωθεί η σημαντικότητα του ρόλου των ελεγκτικών υπηρεσιών. Η παροχή υποστήριξης προς τους ενδιαφερομένους με χορήγηση άμεσα σαφών απαντήσεων, συμβουλών και οδηγιών στα πλαίσια των διατάξεων, με διάθεση συνεργασίας, είναι αδήριτη ανάγκη για την ενθάρρυνση των επιχειρήσεων.

Η ελαιοκομική περίοδος, που πρόσφατα έληξε, είχε θλιβερό οικονομικό αποτέλεσμα, γεγονός που δε συμβάλλει στην ανάπτυξη επενδυτικών σχεδίων –στη Λέσβο εκτιμάται ότι λόγω εκτεταμένης δακοπροσβολής χάθηκε το 70% της αναμενόμενης παραγωγής. Εντούτοις καταγράφεται ενδιαφέρον για την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας με βάση σχετικές αιτήσεις που έχουν κατατεθεί στις υπηρεσίες. Ο χρόνος θα δείξει τη συνέχεια.