Τα ΠΟΠ-ΠΓΕ προτεραιότητα των ΠΑΑ 2014-2020

0

image

Ο Γενικός Γραμματέας Κοινοτικών Πόρων και Υποδομών του ΥπΑΑ&Τ , Δημήτρης Ιατρίδης  προήδρευσε των συνομιλιών του ανεπίσημου συμβουλίου των ομολόγων του από τις 28 χώρες-μέλη της Ε.Ε που πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο Μέγαρο στις 31 Μαρτίου.

Κατά την διάρκεια της ομιλίας του ο κ. Ιατρίδης αναφέρθηκε στα προγράμματα του ΠΑΑ που «τρέχουν» αλλά και στην προσπάθεια που έγινε το τελευταίο διάστημα για την απλοποίηση των διαδικασιών συμμετοχής των αγροτών σε αυτά. Αναφέρθηκε επίσης στην σημασία ανάδειξης των ΠΟΠ και ΠΓΕ προϊόντος της χώρα μας και έκανε ειδική μνεία στο πρόγραμμα εγκατάστασης Νέων Αγροτών που ξεκίνησε πριν από μερικές ημέρες.

Ο κ. Ιατρίδης  τόνισε την ανάγκη τα ελληνικά ΠΟΠ-ΠΓΕ να καταστούν πιο εξειδικευμένα και να στοχεύσουν σε απαιτητικές αγορές προκειμένου να αξιοποιηθούν στο μέγιστο βαθμό οι -ανεκμετάλλευτες ως σήμερα- υπεραξίες τους. Ο  ίδιος τόνισε πως το νέο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020 "Αλ. Μπαλτατζής» θα παρέχει μια σειρά από εργαλεία τα οποία θα συμβάλουν στην επίτευξη του στόχου αυτού, ενώ έκανε τον απολογισμό του Προγράμματος 2007-2013.

Ακολουθεί απόσπασμα της ομιλίας του κ. Ιατρίδη:

"Κυρίες και κύριοι,

Το Ελληνικό Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013 διαθέτει σήμερα πόρους Δημόσιας Δαπάνης ύψους 4,73 δις €, αποτελούμενη από 4 περίπου δισεκατομμύρια Κοινοτική Συμμετοχή από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Το Πρόγραμμα έχει ενεργοποιηθεί στο σύνολό του.

Από το σύνολο των ενταγμένων πράξεων, έχουν υπογραφεί συμβάσεις για έργα ύψους άνω των 3,6 δις, ήτοι ποσοστό που φθάνει σχεδόν το 77% της Δημόσιας Δαπάνης του Προγράμματος.

Ενώ, παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί πληρωμές περί τα 3 δις €, ανεβάζοντάς τις σε ποσοστό άνω του 60%, με την αντίστοιχη απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων να έχει αγγίξει σχεδόν το 65,5%, ενώ συνεχίζουμε με υπερεντατικούς ρυθμούς το έργο μας.

Όσον αφορά το Πρόγραμμά μας, ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα Μέτρα που μπορούν είτε να προσελκύσουν το επενδυτικό ενδιαφέρον, είτε να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα και βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.

Για παράδειγμα, το σημαντικό επενδυτικό Μέτρο 123Α της Αύξησης της αξίας των γεωργικών προϊόντων, έχει νέα ανοικτή προκήρυξη σε ισχύ από το Δεκέμβριο του 2013, με 100 εκ. ευρώ. 
Επίσης, στα κρίσιμα επενδυτικά Μέτρα θεωρούμε ότι θα υπάρξει σοβαρή επιτάχυνση υλοποίησης μέσα στο 2014, λόγω και της ενεργοποίησης του Ταμείου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας, ενός σημαντικού χρηματοδοτικού εργαλείου ύψους 253 εκ. ευρώ το Νοέμβριο του 2013. Ελπίζουμε ότι η ρευστότητα αυτή θα τονώσει πολλαπλασιαστικά την αγορά και θα υποστηρίξει την αναθέρμανση της οικονομίας.

Παράλληλα, διαβλέποντας το ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον νέων ανθρώπων να ασχοληθούν με τον πρωτογενή τομέα, δημοσιεύσαμε πρόσφατα νέα προκήρυξη και για το Μέτρο 112 της Εγκατάστασης Νέων Γεωργών, δημόσιας δαπάνης 140 εκ. €, ώστε να δώσουμε τη δυνατότητα σε περισσότερους από 8.000 νέους ανθρώπους που το επιθυμούν, να καταπιαστούν με την αγροτική παραγωγή, γεγονός που θα συμβάλει θετικά, τόσο στην απασχόληση, όσο και στη διατήρηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο.

Στους νέους γεωργούς και κτηνοτρόφους εναπόκειται το μέλλον μεγάλου τμήματος του εφοδιασμού της κοινωνίας σε τρόφιμα, ενώ παράλληλα μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο θεματοφύλακα της προστιθέμενης αξίας που προσφέρει η υγιής ύπαιθρος.
H Ελλάδα είναι μία χώρα με πολύ μικρές εκμεταλλεύσεις, μια χώρα με ορεινές, νησιωτικές και λιγότερο ευνοημένες περιοχές και περιοχές μεγάλης φυσικής αξίας. Ως χώρα θα πετύχουμε μόνον εφόσον αξιοποιήσουμε τα πλεονεκτήματά μας: τις ιδιαίτερες κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες, την παράδοσή μας στα αγροδιατροφικά προϊόντα με υψηλή διατροφική αξία στο πλαίσιο της Μεσογειακής Διατροφής, με προϊόντα όπως το λάδι και φέτα που όλοι γνωρίζουμε. Η ποιότητα των αγροτικών προϊόντων μπορεί και πρέπει να αποκτήσει ταυτότητα μέσω της ιχνηλασιμότητας, τυποποίησης και πιστοποίησής τους, τόσο στη χώρα μας όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Παράλληλα αξίζει να υπογραμμίσουμε και την έννοια της ιδιοτυπίας που αναφέρεται σε χαρακτηριστικά των προϊόντων που τα διαφοροποιούν από άλλα προϊόντα. Δηλαδή τα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης και Εγγυημένου Παραδοσιακού Ιδιότυπου Προϊόντος.

Στη χώρα μας, 4η στην κατάταξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε ΠΟΠ και ΠΓΕ, είχαμε τη χαρά να γιορτάσουμε μαζί με τον Επίτροπο Cioloş το 100ο προϊόν ΠΟΠ-ΠΓΕ, το λάδι Μεσσαράς, την ώρα ακριβώς που ο κατάλογος διευρυνόταν με το 101ο, το ντοματάκι Σαντορίνης. Και υπάρχει ισχυρός συσχετισμός μεταξύ λιγότερο ευνοημένων περιοχών και υψηλής παραγωγής πιστοποιημένων προϊόντων.
Εξάλλου, ισχυρή ταυτότητα επιζητούμε για όλα τα αγροτικά προϊόντα ώστε να κερδίσουμε η μάχη της εξωστρέφειας. Γι’ αυτό απαιτείται, όμως, ορθολογικότερη οργάνωση των παραγωγών και στενή διασύνδεση της πρωτογενούς με τη δευτερογενή παραγωγή, έτσι ώστε το παραγόμενο ποιοτικό προϊόν να κερδίσει τη θέση του, ευρύτερα, στην παγκόσμια ανταγωνιστική αγορά.

Ωστόσο είναι σημαντικό να στηριχθεί και η βιώσιμη τοπική ανάπτυξη, με τη δημιουργία παραγωγικών δραστηριοτήτων που να προσφέρουν νέες ευκαιρίες απασχόλησης, αυξάνοντας την επιθυμία των κατοίκων να παραμείνουν στον τόπο τους ή καθιστώντας τις περιοχές αυτές ελκυστικότερες για μετοίκηση.

Επίσης, τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια τάση επιστροφής προς τοπικά, παραδοσιακά πιστοποιημένα προϊόντα ποιότητας και διαφοροποίησης, ως επακόλουθο της μεγαλύτερης πληροφόρησης που έχει σήμερα ο καταναλωτής, των ολοένα αυξανόμενων περιβαλλοντικών ευαισθησιών του, των υψηλότερων εισοδημάτων μερίδας του πληθυσμού, της ανάγκης για ασφαλή τρόφιμα μετά τις αλλεπάλληλες παγκόσμιες διατροφικές κρίσεις, την επισιτιστική ασφάλεια αλλά και μιας τάσης επιστροφής στην παράδοση, που περικλείει τη γεύση της ιστορίας και του πολιτισμού της περιοχής από όπου προέρχονται.
Είναι, επίσης, κοινός τόπος ότι τα υψηλής ποιότητας αγροτικά προϊόντα αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα μιας περιοχής και σημαντικά στοιχεία για την ενδογενή και βιώσιμη τοπική ανάπτυξη. Υπάρχει όμως και άλλο ένα συστατικό που κάνει τα τοπικά παραγόμενα προϊόντα να υπερέχουν αυτών των μαζικά παραγόμενων και αυτό είναι η διαφορετικότητά τους, η τοπική τους ταυτότητα.

Τα τοπικά προϊόντα εμπλέκονται στις διαδικασίες για μια ενδογενή βιώσιμη τοπική ανάπτυξη με πολλούς τρόπους, καθώς συνεισφέρουν στη δημιουργία ταυτότητας της περιοχής δημιουργώντας αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων προϊόντων, του περιβάλλοντος τοπίου και των ιδιαίτερων πολιτιστικών στοιχείων, προάγοντας έτσι την τοπική κληρονομιά και προσδίδοντας προστιθέμενη αξία, που συμβάλει στην ίδια την ανάπτυξη της περιοχής. Η υποστήριξη της συνέργειας και συνύπαρξης παραγωγών πρώτων υλών, παραγωγών τελικών προϊόντων και διακινητών συνεισφέρει επίσης στην ανάπτυξη των περιοχών αυτών, αυξάνοντας τις παραγωγικές δραστηριότητες και την απασχόληση, ενθαρρύνοντας την αγροτική επιχειρηματικότητα, ενδυναμώνοντας τις οικονομικές δομές και την κοινωνική συνοχή. Το γεγονός αυτό είναι κομβικής σημασίας για τις λιγότερο ευνοημένες περιοχές όπου ενώ η παραγωγή πρώτων υλών φθίνει, δύσκολα αντικαθίσταται από άλλες δραστηριότητες.

Η παροχή κινήτρων στους νέους γεωργούς θα πρέπει, όχι μόνο να διευκολύνει την αρχική τους εγκατάσταση, αλλά και να υποστηρίζει τη μετέπειτα προσαρμογή των εκμεταλλεύσεών τους. Δράσεις σχετιζόμενες, μάλιστα, με κατάρτιση, καινοτομία και νέες τεχνολογίες, θα έχουν ως αποτέλεσμα γεωργούς με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, συμβάλλοντας έτσι στην χωρίς αποκλεισμούς έξυπνη ανάπτυξη και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της γεωργίας.

Η στρατηγική για την αγροτική ανάπτυξη της νέας Προγραμματικής Περιόδου είναι μια κατεξοχήν χωρική πολιτική και θα προσεγγίσει τις χωρικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης συνολικής στρατηγικής, της οποίας οι ειδικοί στόχοι θα εξειδικεύονται, σε κάθε χωρική και τομεακή κατηγορία. Παράλληλα έμφαση δίνεται στην ενδυνάμωση των Ελληνικών Περιφερειών και την ισχυροποίηση των τοπικών κοινοτήτων.

Η στρατηγική αποτελεί «συνέχεια» των παρεμβάσεων της τρέχουσας περιόδου, όσο και «σημείο» εκκίνησης νέων καινοτόμων παρεμβάσεων στο αγροδιατροφικό σύστημα και στις αγροτικές περιοχές και διαρθρώνεται γύρω από δύο αλληλένδετους και συμπληρωματικούς στόχους, οι οποίοι θα πρέπει να θεωρηθούν ως φυσική συνέχεια των προσπαθειών που έχουν γίνει μέχρι σήμερα.

Οι κύριοι στρατηγικοί στόχοι για την επίτευξη της ολοκληρωμένης ανάπτυξης και της βιώσιμης ανταγωνιστικότητας του αγροτικού χώρου είναι:

η μετάβαση σε ένα ισχυρό, αειφόρο αγροδιατροφικό σύστημα και
η αύξηση της προστιθέμενης αξίας των αγροτικών περιοχών
Οι βασικές αρχές της πολιτικής για την αγροτική ανάπτυξη της νέας Προγραμματικής Περιόδου περιγράφονται με το τρίπτυχο ποιότητα-αποτελεσματικότητα-αειφορία και διαπνέουν όλους τους ειδικούς στόχους που τίθενται αλλά και τις ρυθμίσεις εφαρμογής τους.

Οι κύριες επιλογές, οι οποίες απορρέουν από τη στρατηγική για την αγροτική ανάπτυξη, είναι:

-Η ενίσχυση του κλάδου της κτηνοτροφίας, η οποία θα επιτευχθεί μέσω ομάδας στοχευμένων μέτρων και κριτηρίων επιλογής για συγκεκριμένες δράσεις.
-Η βελτίωση της ποιότητας και της προστιθέμενης αξίας των εγχώριων αγροδιατροφικών προϊόντων με στόχο την εξωστρέφειά τους και την μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.
-Η αύξηση της αποτελεσματικότητας των παραγόντων του αγροδιατροφικού συστήματος, αλλά και της χρήσης και διαχείρισης των φυσικών πόρων.
-Η αειφόρος ανάπτυξη του αγροδιατροφικού και των δασικών συστημάτων, δηλαδή του συνόλου των αγροτικών περιοχών.
-Η σύζευξη αγροδιατροφικού συστήματος και τουρισμού.

Μια από τις τέσσερεις κατηγορίες προϊόντων, στις οποίες επικεντρώνεται η στρατηγική της Ελλάδας για την αγροτική ανάπτυξη, μετά το 2013 είναι αυτή των τοπικών προϊόντων ποιότητας, με μικρές σχετικά παραγωγές και ιδιαίτερα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, που προορίζονται είτε:

α) για εσωτερική κατανάλωση σε τοπικές αγορές, όπως νησιά, απομακρυσμένες ή ορεινές περιοχές, πολλές από τις οποίες έχουν ιδιαίτερα υψηλό τουριστικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον, 

β) για κατανάλωση σε ειδικών απαιτήσεων καταναλωτικές αγορές (niche markets),

γ) για εξαγωγές μικρής εμβέλειας σε εντοπισμένες, υψηλής ποιότητας, αγοραστικής αξίας και απαιτήσεων αγορές.

Το σύνολο των πόρων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης που διατίθενται για την Ελλάδα σε ένα ενιαίο εθνικό τομεακό πρόγραμμα για την περίοδο 2014-2020, ανέρχονται περίπου 4,2 δις €.