Κυριακή, 16 Ιουνίου, 2024

Στον Τιτανικό έτρωγαν ισπανικό ελαιόλαδο

το ελαιόλαδο ήταν γνωστών εταιρειών όπως η Carbonell, η Ybarra ή η Minerva

Ο Τιτανικός ναυπηγήθηκε μεταξύ του 1909 και του 1912, μαζί με τρία άλλα τεράστια και υπερσύγχρονα για την εποχή τους υπερωκεάνεια (το Olympic και το το Britannic), βρεταννικής πλοιοκτησίας.

Έμεινε στην ιστορία γιατί βυθίστηκε στον Ατλαντικό Ωκεανό στις 14-15 Απριλίου 1912, ενώ έκανε το παρθενικό του ταξίδι από το Σαουθάμπτον προς τη Νέα Υόρκη, καθώς συγκρούστηκε με ένα παγόβουνο.

Οι έρευνες και οι αναλύσεις σχετικά με το βυθισμένο πλοίο μετά την ανακάλυψη των αποθηκευτικών χώρων τροφίμων οδήγησαν στον εντοπισμό ελαιολάδου, και όλα δείχνουν ότι με σχεδόν 100% βεβαιότητα, η προέλευσή του ήταν από την Ισπανία.

Ο Τιτανικός ήταν εφοδιασμένος με όλα τα είδη της πολυτέλειας, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων και ποτών για το μενού των εστιατορίων που προσέφεραν τα πιο εκλεκτά φαγητά γαλλικής προέλευσης. Για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους η ιταλική κουζίνα είχε προηγουμένως αποκλειστεί.

Μην αγοράζοντας κανένα ιταλικό προϊόν, το πιο λογικό είναι ότι το ελαιόλαδο προήλθε από την Ισπανία, το μεγαλύτερο παραγωγό ελαιόλαδου, ήδη από εκείνη την εποχή. Αυτή η αιτιολογία είναι βάσιμη λαμβάνοντας υπόψη ότι το πλοίο ήταν βρετανικό και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο πρώτος αγοραστής των ισπανικών ελαιολάδων, δηλαδή πάνω από το 80% του ελαιολάδου που καταναλώθηκε τότε στο Ηνωμένο Βασίλειο είχε ισπανική προέλευση.

Πιθανολογείται, ότι λόγω της επιλογής των καλύτερων προϊόντων στον κόσμο που είχαν εφοδιάσει  τον Τιτανικό, το ελαιόλαδο ήταν γνωστών εταιρειών όπως η Carbonell, η Ybarra ή η Minerva.

Σχετική μελέτη δημοσίευσε ο Ramón Ramón i Múñoz, επίκουρος καθηγητής οικονομικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, στο άρθρο του “Η ισπανική εξαγωγή ελαιολάδου πριν τον Εμφύλιο Πόλεμο: εταιρείες, αγορές και εμπορικές στρατηγικές”, όπου διαπιστώνει ότι εκείνη την εποχή το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο τρίτος κατά σειράν προορισμός στον οποίο η Ισπανία εξήγαγε ελαιόλαδο, καλύπτοντας το 80% της συνολικής του ζήτησης ενώ πάνω από το 40% του εξαγόμενου προϊόντος προήλθε, κατά σειρά, από τις εταιρείες Carbonell y Cia, Hijos de Ybarra και Minerva.