Πέμπτη, 20 Ιουνίου, 2024

Οι καμπάνες κινδύνου για τις επιχειρήσεις τυποποίησης ελαιολάδου ήχησαν

Το άρθρο μου είχε σκοπό να λειτουργήσει σαν καμπάνα -και όχι απλά καμπανάκι- κινδύνου ειδικά για τον ελληνικό κλάδο τυποποίησης ελαιολάδου

Έγραψα πριν λίγες ημέρες   Το πρώτο θύμα της έκρηξης των τιμών ελαιολάδου είναι μια ιταλική βιομηχανία τυποποίησης (upd), ένα άρθρο που προκάλεσε πολλές και ουσιαστικές συζητήσεις γιατί ενώ είναι πολύ εύκολο να καταγράφει κανείς απλώς τις τιμές, από την άλλη είναι σημαντικό να διερευνά τα αίτια και τις επιπτώσεις.

Το καλοκαίρι του 2020, οι τιμές του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στην Ισπανική αγορά – την οποία για τους γνωστούς λόγους ακριβούς καταμέτρησης και αντιπροσωπευτικότητας παρακολουθούμε σαν “μπούσουλα”- ήταν κάτω από τα 2€, 1,91€ για την ακρίβεια. Σήμερα έχει υπερτριπλασιαστεί σπάζοντας και το φράγμα των 6€ (βλ. Ασυγκράτητες οι τιμές ελαιολάδου, στην Ισπανία ξεπέρασαν τα 6 ευρώ). Όσο για τις ελληνικές τιμές, το καλοκαίρι του 2020 τα πιο ακριβά εξαιρετικά παρθένα της Λακωνίας ήταν στα 2,45-2,60€ και τώρα η πιο πρόσφατη τιμή των Μολάων ήταν 6,30€.

Βλέπουμε δηλαδή πως οι τιμές παραγωγού (πρώτης ύλης) έχουν υπερδιπλασιαστεί έως και υπερτριπλασιαστεί. Μάλιστα ο ρυθμός της ανόδου έχει ενταθεί ιδίως τους τελευταίους μήνες καθώς όλοι πια συνειδητοποιούν όχι μόνο την καταστροφική φετινή Ισπανική παραγωγή, η οποία δεν έπιασε ούτε τους 700χιλ. τόνους, δηλαδή το ήμισυ μιας καλής κανονικής παραγωγής, αλλά λόγω της παρατεινόμενης ξηρασίας και του πρόωρου καύσωνα (Με 39° ο καύσωνας στην Ισπανία απειλεί την ανθοφορία της ελιάς (upd)) τη σχεδόν βεβαιότητα να μείνει και η παραγωγή της επόμενης εμπορικής περιόδου 2023/24 σε ανάλογα με τα φετινά καταστροφικά επίπεδα.

Οι παραπάνω εκρηκτικές και απότομες – 10% μόνο την τελευταία εβδομάδα – αυξήσεις τιμών της πρώτης ύλης θα μπορούσαν εν μέρει να δικαολογηθούν από “ηθικής” σκοπιάς  με το σωστό επιχείρημα ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οι τιμές παραγωγού είχαν συμπιεστεί σε αφύσικα χαμηλά επίπεδα καθιστώντας ασύμφορη την ελαιοκαλλιέργεια και εντείνοντας τα φαινόμενα ημι-εγκατάλειψης.

Σίγουρα όμως εδώ έχουμε το φαινόμενο της υπεραντίδρασης με τις τιμές στο ελατήριο να εκτοξεύονται στα ύψη. Και αν αυτά συμβαίνουν στην αρχή της αλυσίδας αξίας, προφανώς και επηρεάζουν τους τελευταίους κρίκους της, δηλαδή την κατανάλωση.

Όσο κι αν η βιομηχανία τυποποίησης ελαιολάδου καθώς και οι αλυσίδες λιανικού εμπορίου προσπάθησαν και προσπαθούν να αφομοιώσουν και να καθυστερήσουν τις αυξήσεις  αναπόφευκτα το προϊόν θα φτάσει να ακριβαίνει στα ράφια των σούπερ μάρκετ.

Παράλληλα, οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία εκτονώθηκαν με αποτέλεσμα να επανέλθουν στις παλιές τους χαμηλές τιμές ηλιέλαια και αραβοσιτέλαια, ενώ η γενικότερη οικονομική κρίση και ο πληθωρισμός συμπιέζουν το διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα. Όλα αυτά μαζί σημαίνουν ότι το ελαιόλαδο χάνει ποσότητες στην κατανάλωση.

Μέσα λοιπόν, σε αυτό το σκηνικό αβεβαιότητας – είναι η λέξη που μπορεί να το περιγράψει με τον καλύτερο τρόπο – ήρθε η είδηση για την αναστολή πωλήσεων της OLITALIA , η οποία μάλιστα όπως μαθαίνω σήμερα “δίπλωσε” και με δεύτερη ανάλογη εταιρεία της Ιταλίας.

Το άρθρο  Το πρώτο θύμα της έκρηξης των τιμών ελαιολάδου είναι μια ιταλική βιομηχανία τυποποίησης (upd) ήταν πολύ προσεκτικά γραμμένο. Ούτε λέει, ούτε υπονοεί για χρεωκοπία της OLITALIA, η οποία διαθέτει βαθιές οικογενειακές ρίζες όχι μόνο στο ελαιόλαδο – 30.000 τόνους τυποποιημένο, περισσότερους δηλαδή από όλη μαζί την Ελλάδα – αλλά και σε άλλα τρόφιμα όπως τα σπορέλαια, το ξύδι, τα αλλαντικά, τις πίτσες. Απέναντι σε αυτές τις ειδικές και έκτακτες καταστάσεις “ανωτέρας βίας” η εταιρεία ανέστειλε τις συναλλαγές ελαιολάδου ως ένα αμυντικό μέτρο προστασίας της ίδιας και των πελατών της, το οποίο δεν θίγει την κανονική υλοποίηση των όποιων προηγούμενων υπορεώσεων της. Αυτά όλα άλλωστε επιβεβαιώθηκαν και από επικοινωνία που είχε το olivenews.gr  με την εταιρεία OLITALIA.

Πολλοί θα θυμούνται το περίφημο “Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα” του Χέμινγουέι. Το άρθρο μου είχε σκοπό να λειτουργήσει σαν καμπάνα -και όχι απλά καμπανάκι- κινδύνου ειδικά για τον ελληνικό κλάδο τυποποίησης ελαιολάδου και για όσες επιχειρήσεις έχουν μια επιφανειακή σχέση με το προϊόν και τους παραγωγούς του, που δύσκολα θα αντέξει σε αυτές τις έκτακτες συνθήκες, ιδίως αν παραταθούν και για δεύτερη χρονιά, το 2024, μεταθέτοντας τις ελπίδες ομαλοποίησης της αγοράς για το 2025. Η λέξη “θύμα” μπορεί να παραξενεύει, όμως, κυριολεκτικά και μεταφορικά αυτό ακριβώς σημαίνει: όταν κάποιος υφίσταται τις απρόβλεπτες επιπτώσεις ενός έκτακτου γεγονότος, από ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο μέχρι και την κατάσταση ανισορροπίας της αγοράς.

Κλείνοντας με δύο μόνο τηλεγραφικές επισημάνσεις για θέματα που έχω επανειλημμένα επισημάνει με άλλες ευκαιρίες.

Πρώτον, η ελληνική ελαιοκομία θα κεφαλαιοποιήσει φέτος περισσότερο από 1,5 δισ. ευρώ και θα αποτελέσει τραγικό σφάλμα αν όλα αυτά τα λεφτά καταλήξουν στην κατανάλωση χωρίς να επενδυθεί σε υποδομές έστω ένα μικρό μέρος τους. Όμως που είναι τα αρμόδια Υπουργεία και οι (δι)επαγγελματικές οργανώσεις;

Δεύτερον, η παλιά Κοινή Αγροτική Πολιτική προέβλεπε σοβαρούς μηχανισμούς προστασίας της αγοράς του ελαιολάδου από τέτοια ακραία φαινόμενα ανισορροπίας προσφοράς-ζήτησης. Δυστυχώς λίγο – λίγο η ΚΑΠ απογυμνώθηκε και πια δεν προβλέπει ΤΙΠΟΤΑ για την προστασία ούτε του παραγωγού, ούτε των τυποποιητών ούτε του προϊόντος.