Διαφωνούν μεταξύ τους, έχοντας και οι δύο δίκιο! Βορίδης-Αραχωβίτης για τις διεπαγγελματικές.

Παρακολούθησα με πάρα-πάρα πολύ μεγάλη προσοχή την πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή μεταξύ του νυν υπουργού, Μάκη Βορίδη, και του προηγούμενου, Σταύρου Αραχωβίτη (μπορείτε να δείτε το σχετικό βίντεο εδώ). Πιστεύω ακράδαντα και σας το έχω ξαναγράψει στο editorial  του Ελιά και Ελαιόλαδο (Τεύχος 89) πως θεωρώ αυτά τα θέματα θεσμικής οργάνωσης ως τα κορυφαία, ως τις αναγκαίες – αν και όχι ικανές – προϋποθέσεις για να προοδεύσει ο ελαιοκομικός – και γενικότερα ο αγροτικό – τομέας της χώρας μας. Είναι σαν την προετοιμασία που πρέπει να φέρει νερό, να οργώσει κ.ο.κ. που κάνει ο αγρότης πριν σπείρει γιατί αλλιώς σοδειά δεν θα πάρει.

Από όσα είδα και άκουσα διαπίστωσα μια σύγκλιση μεταξύ των προσεγγίσεών τους.

Η εξήγησή της δεν βρίσκεται στο ότι έπεσαν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Μάλλον, θα έλεγα, ο κ. Βορίδης με την φρέσκια ματιά του και ο κ. Αραχωβίτης με την καθαρή εμπειρία του – για θέματα που ήξερε και πριν γίνει υπουργός – μπορούν και διαπιστώνουν μια πραγματικότητα που «βοά» και δεν μπορεί να κρύβεται αιωνίως. Και η πραγματικότητα δεν είναι άλλη από τις ιστορικές αδυναμίες («αμαρτίες») της ελληνικής γεωργίας, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση επηρεάζουν καθοριστικά το ζήτημα των διεπαγγελματικών:

Θέμα 1ο : Η έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών. Στην Ισπανία π.χ με χρονική υστέρηση ενός μηνός, κάθε μήνα, ανακοινώνονται τα πλήρη ισοζύγια του ελαιολάδου (παραγωγή, κατανάλωση, εξαγωγές, εισαγωγές, αποθέματα και σε ποιές δεξαμενές βρίσκονται). Τα στοιχεία είναι απολύτως αξιόπιστα, με την υπογραφή του Υπουργείου και τη συνεργασία των εμπλεκόμενων επαγγελματικών οργανώσεων και των επιχειρήσεων μελών τους. Αυτό μάλιστα το γνωρίζουν και το σέβονται και οι Βρυξέλλες και το IOC. (Η συλλογή και δημοσιοποίηση δεν αποτελεί ισπανικό «βίτσιο» – συγνώμη για την έκφραση – αλλά απαραίτητο «εργαλείο» για τη χάραξη ελαϊκής πολιτικής και στρατηγικής). Εδώ, στην Ελλάδα, διόλου τυχαία, η έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών είναι μια ιστορική πραγματικότητα. Ξεκινά και οφείλεται στις δεκαετίες των «πανωγραψιμάτων» όταν οι ποσότητες προσαρμόζονταν στις επιδοτήσεις (παραγωγής και κατανάλωσης), ενώ τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους και τα «κατωγραψίματα», σαν άμυνα στις υπερβολικές φορολογίες και εισφορές. Αποτέλεσμα: «μύλος»

Φυσικά, υπάρχουν και οι αδυναμίες της κρατικής μηχανής, των φορέων Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των επαγγελματικών οργανώσεων που αδυνατούν (ή και δεν επιθυμούν) να συλλέξουν αυτά τα στοιχεία.

ΘΕΜΑ 2ο : Η αποσάθρωση (να μην πούμε διάλυση) των συνεταιριστικών οργανώσεων (του πάλαι ποτέ «συνεταιριστικού κινήματος» σύμφωνα με τη σχετική ιδεολογική μυθολογία και ορολογία), δεν αφήνει περιθώρια για οργάνωση και συμμετοχή των παραγωγών στις διεπαγγελματικές οργανώσεις, ισότιμη με των άλλων παραγωγικών κλάδων (βιομηχανία, μεταποίηση, εξαγωγές). Άρα, λοιπόν, πρέπει να βρεθεί μια φόρμουλα κατ’αρχήν στοιχειώδους οργάνωσης παραγωγών/συνεταιρισμών. Στο σημείο αυτό ας επισημάνουμε τις κάκιστες υπηρεσίες που προσφέρουν συγκεκριμένα ΜΜΕ τα οποία σε σχεδόν καθημερινή βάση παρεμβαίνουν οξύνοντας τις υπάρχουσες αντιθέσεις, χωρίς μάλιστα να έχουν να προτείνουν και κάτι σοβαρό.

Συμπέρασμα: Οι αγρότες/παραγωγοί, με την ισχυρή και οργανωμένη τους παρουσία αποτελούν απαραίτητη συνιστώσα μιας διεπαγγελματικής, η οποία, χωρίς αυτούς είτε δεν μπορεί να υπάρξει, είτε θα είναι εξ αρχής καταδικασμένη να υπολειτουργεί και να φθίνει.

Θέμα 3ο : Η περίφημη «επέκταση των κανόνων»  και η «υποχρεωτική εισφορά»

Αποτελεί κοινό μυστικό ότι διακαή πόθο των (υποψήφιων) διεπαγγελματικών οργανώσεων δεν αποτελούν μόνο τα καλά και οφέλη που θα προκύψουν από το γεγονός ότι θα καθίσουν όλοι γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι για να συζητήσουν/προτείνουν/αποφασίσουν για το καλό του προϊόντος. Αυτός ο «πλατωνικός έρως» (ας μου επιτραπεί η έκφραση) συνοδεύεται και από την πεζή πραγματικότητα των εσόδων από την επιβολή της «υποχρεωτικής εισφοράς» (του taxe pasafiscale). Η ΕΔΟΕ του ελαιολάδου έχοντας και την κακή κληρονομιά της ΕΔΟΕΕ, φρονίμως ποιούσα, εξαιρεί τους ελαιοπαραγωγούς από το αίτημά της για την επιβολή της υποχρεωτικής εισφοράς. Όμως, δεν παύει, η ικανοποίηση από το Υπουργείο του αιτήματος, όπως και η αναγνώριση της ΔΟΕΠΕΛ (επιτραπέζιας ελιάς) να αποτελούν ιδιαίτερα λεπτά σημεία και απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή από την κάθε πολιτική (και υπηρεσιακή) ηγεσία.

Ξαναγυρίζοντας λοιπόν στην αρχή του άρθρου, αν πράγματι υπάρχει αυτό το κοινό έδαφος συνεννόησης – και μακάρι να υπάρχει – ας καθίσουν γύρω από ένα τραπέζι να συζητήσουν οι σύμβουλοι των δύο υπουργών, μαζί με τους υπηρεσιακούς παράγοντες και με τους εκπροσώπους ανά κατηγορία προϊόντος ώστε να επεξεργαστούν και να προετοιμάσουν μια κατά το δυνατόν κοινά αποδεκτή λύση. Οι καιροί ου μενετοί!