Κύκλωμα με νοθευμένα ελαιόλαδα στην Βόρεια Ελλάδα

0
Φωτογραφία από παλαιότερη ανακοίνωση ΕΦΕΤ

Η πρόσφατη ανακοίνωση του ΕΦΕΤ έφερε στο προσκήνιο μία ακόμη περίπτωση κυκλωμάτων που δρουν διακινώντας νοθευμένα “ελαιόλαδα”. Πρόκειται για οργανωμένες “επιχειρήσεις” και όχι τυχαίες μεμονωμένες περιπτώσεις, με αγαπημένο τους πεδίο δράσης την Βόρεια Ελλάδα, ειδικά μάλιστα σε εποχή αυξημένου τουρισμού. Τα νοθευμένα ελαιόλαδα διακινούνται συνήθως σε μικρά καταστήματα λιανικής, σε εστιατόρια και “πόρτα πόρτα” απευθείας σε καταναλωτές.

Το περιεχόμενο των δοχείων είναι 100% κάποιο σπορέλαιο “βαμμένο” (χρωματισμένο) με χλωροφύλλη, η οποία -ευτυχώς- είναι άκακη για την ανθρώπινη υγεία, οπότε το προϊόν είναι μεν νοθευμένο, όχι όμως και “μη ασφαλές”, (γιατί υπάρχουν και αυτές οι σημαντικές διαφοροποιήσεις).

Έτσι τελικά απομένει κυρίως το οικονομικό στοιχείο της νοθείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συνήθης τιμή πώλησης αυτών των νοθευμένων “ελαιόλαδων” είναι πολύ φθηνότερη των τιμών που επικρατούν στις μεγάλες ελληνικές αλυσίδες λιανικής, είναι όμως στα ίδια περίπου επίπεδα που ακόμη και το αυθεντικό εξαιρετικό παρθένο  ελαιόλαδο πουλιέται στα ισπανικά σούπερ μάρκετ. Άρα η αντιμετώπιση του φαινομένου είναι κυρίως θέμα “ελαϊκής πολιτικής” και όχι μέτρων αστυνομικού χαρακτήρα. Ας μην ξεχνάμε ότι, παρά την πτώση των τιμών παραγωγού στα επίπεδα των 2,0 – 2,5 €/κιλό, ο έλληνας καταναλωτής το αγοράζει από το σούπερ μάρκετ σε τιμές περί τα 5,5€/λίτρο (βλ. τα δελτία τιμών στο Ελιά & Ελαιόλαδο). Οι πωλήσεις τυποποιημένων ελαιολάδων στην εσωτερική αγορά συνεχώς υποχωρούν και, αν και -δυστυχώς- δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, ωστόσο μάλλον έχουν φτάσει στα επίπεδα των 20-25.000 τόνων, συμπεριλαμβανομένων όλων των ποιοτικών κατηγοριών και του private label.

ΒΖ

Ακολουθεί το πλήρες Δελτίο Τύπου του ΕΦΕΤ:

Ο ΕΦΕΤ, συνεχίζοντας τους ελέγχους για την προστασία των καταναλωτών και της αυθεντικότητας του Ελληνικού Ελαιολάδου, εντόπισε διάφορα δίκτυα µη σύννομης διακίνησης νοθευμένων  ελαιολάδων.

Ειδικότερα, η Περιφερειακή Διεύθυνση του ΕΦΕΤ Κεντρικής Μακεδονίας, σε συνεργασία µε τη Χημική Υπηρεσία Μακεδονίας – Θράκης (Υποδιεύθυνση Θεσσαλονίκης – Τμήμα Α’) που διεξήγαγε τις χηµικές αναλύσεις, διαπίστωσε την εμπορία προϊόντων τα οποία, ενώ επισημαίνονται ως εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα, είναι στην πραγματικότητα σπορέλαια τεχνητά χρωματισμένα, αγνώστου προέλευσης.

Συγκεκριμένα πρόκειται για τα νοθευμένα προϊόντα με τις εξής επωνυμίες:

  • «ΟΡΜΥΛΙΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ»
  • «ΦΥΣΙΚΟ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΗΤΕΙΑ ΛΑΣΙΘΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ»
  • «ΚΡΗΤΗΣ»
  • «ΕΛΙΑ ΚΑΙ ΛΑΔΙ»
  • «ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΠΑΡΘΕΝΟ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ».


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καλούνται οι καταναλωτές, που έχουν ήδη προμηθευτεί τα ανωτέρω προϊόντα (φωτογραφίες), να μην τα καταναλώσουν.

Σημειώνεται, ότι σε ορισμένα από τα εν λόγω προϊόντα, η επισήμανση παραπέμπει σε ελληνικά τοπωνύμια, όπως Χαλκιδικής και Κρήτης, γνωστά για την ποιότητα του ελαιολάδου, χωρίς βέβαια να έχουν ουδεμία σχέση με αυτά.

Ο ΕΦΕΤ έχει ήδη προβεί στην ανάκληση / απόσυρση των ανωτέρω προϊόντων  από την εσωτερική αγορά , ενώ καλούνται οι καταναλωτές που έχουν στην κατοχή τους αντίστοιχα δοχεία, των οποίων η επισήμανση ταυτίζεται με τις επισημάνσεις των παρατιθέμενων   φωτογραφιών , να μην τα καταναλώσουν.

Ο ΕΦΕΤ επισημαίνει για ακόμη μία φορά ότι:

Οι καταναλωτές:

  • πρέπει να προσέχουν την ετικέτα του ελαιολάδου που πρόκειται να αγοράσουν όπου, εκτός της ονομασίας πώλησης του προϊόντος και των πληροφοριών για την κατηγορία του ελαιολάδου, πρέπει υποχρεωτικά να αναγράφεται και ο αλφαριθμητικός αριθμός έγκρισης της μορφής EL-40-_ _ _ o οποίος είναι χαρακτηριστικός της μονάδας τυποποίησης,
  • πρέπει να αποφεύγουν την αγορά ελαιολάδου από πλανόδιους και ανώνυμους πωλητές,
  • στην περίπτωση υποψίας λόγω ανεπαρκούς επισήμανσης, δελεαστικής τιμής ή οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του ελαιολάδου να επικοινωνούν με τον ΕΦΕΤ στο 11717.

Οι επαγγελματίες του χονδρικού ή λιανικού εμπορίου ελαιολάδου:

  • πρέπει να επιλέγουν με προσοχή τους προμηθευτές τους, διασφαλίζοντας τα πραγματικά τους στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνουν την αξιοπιστία τους (διεύθυνση επιχείρησης, εγκαταστάσεις παραγωγής, εγκυρότητα τιμολογίων και άλλων παραστατικών) και τη νομιμότητα της διαδικασίας αγοραπωλησίας.
  • σε περίπτωση διαπίστωσης μη συμμορφώσεων φέρουν, σύμφωνα με το νόμο, ευθύνη για την οποία προβλέπονται ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.