Θεσμικά fake-news για τις τιμές του έξτρα παρθένου στην Ισπανία, και όχι μόνο

Οι δε προτροπές προς τους ελαιοπαραγωγούς να μην πουλάνε κάτω από τα 3,50 €, εδώ πια αγγίζουν τα όρια των ποινικών ευθυνών. Αν, ωστόσο, είναι τόσο σίγουροι, γιατί δεν τοποθετούν τις οικονομίες τους να αγοράσουν σήμερα με 2,70 και να επωφεληθούν μια απόδοση 30% που καμία τράπεζα στον κόσμο δεν δίνει;

0

Διαβάζω για τιμές 4,25 €/κιλό τιμή παραγωγού στην Ισπανία και δεν πιστεύω τα μάτια μου. Στην πραγματικότητα το έξτρα παρθένο κυμαίνεται μεταξύ 2,60 – 2,70€/κιλό, με κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις ποιοτικών μικροποσοτήτων (κυρίως αρμπεκίνα) να φθάνουν μέχρι τα 3,00-3,10€ (ανάλογα με κάποια δικά μας Λακωνικά), ενώ υπάρχουν και έξτρα (με μικροπροβλήματα, περσινά), που ξεκινούν από τα 2,10€/κιλό.

Το 4,25€/κιλό, απλά, δεν υπάρχει. Πρόκειται για fake-news, που μάλιστα πηγάζουν όχι από κάποιους ανίδεους ή γραφικούς που θέλουν να κάνουν ντόρο γύρω από το όνομά τους, αλλά από ιστοσελίδα με θεσμική υποστήριξη, η οποία, επιπλέον, αναπαράγεται με ευκολία από άλλες ιστοσελίδες, ώστε τελικά να “φτιάχνουν κλίμα” με βάση αυτά τα ανυπόστατα νούμερα.

Η θολούρα επιτείνεται από την περιπτωσιολογία, ότι το Χ ελαιοτριβείο πούλησε τόσο, το Ψ τόσο, ο Α μας είπε αυτό, ο Β μας είπε το άλλο, κι όλα αυτά χωρίς καμία ανάλυση, καμία επεξήγηση.

Οι δε προτροπές προς τους ελαιοπαραγωγούς να μην πουλάνε κάτω από τα 3,50 €, εδώ πια αγγίζουν τα όρια των ποινικών ευθυνών. Ο κάθε παραγωγός είναι θεμιτό και δίκαιο να διεκδικεί την υψηλότερη τιμή (3,50 και παραπάνω), που μπορεί να επιτύχει στην αγορά. Το πρόβλημα είναι με κάποιους “επιστημονικούς συμβούλους”, οι οποίοι υποτίθεται ότι έχουν τη γνώση και τη θεσμική υποστήριξη ώστε να ενημερώσουν σωστά. Όχι με fake-news. Αν, λοιπόν, είναι τόσο σίγουροι ότι οι τιμές θα ανέβουν στο +3,50, γιατί δεν τοποθετούν τις οικονομίες τους να αγοράσουν σήμερα με 2,70 και να επωφεληθούν μια απόδοση 30% που καμία τράπεζα στον κόσμο δεν δίνει;

Αυτά τα 4,25 και 3,50 λέγονται “ελαφρά τη καρδία” από ανθρώπους που ονομάζονται “επιστημονικοί σύμβουλοι”, μόνο που το επιστημονικό τους αντικείμενο είναι άσχετο με αυτά που καταπιάνονται. Η εκκλησία τιμωρεί βαρύτατα αυτή την “εισπήδηση” (όπως την ονομάζει) στα αλλότρια. Αλλά και στην ιατρική κανείς εχέφρων δεν ζητά από έναν ορθοπεδικό συμβουλές για το στομάχι του. Μόνο στα καθ΄ημάς η Αγροτική Οικονομία (χωριστή ειδικότητα και σχολή του Γεωπονικού Πανεπιστήμιου) έχει γίνει “ξέφραγο αμπέλι”. Όταν άνθρωποι που έχουν σπουδάσει και εργαστεί όλη τη ζωή τους ως γεωπόνοι, χημικοί, μηχανικοί κ.ο.κ. αντί να ασχοληθούν με την ειδικότητά τους περί άλλα τυρβάζονται, τότε το κακό είναι διπλό γιατί στερούν την ελληνική ελαιοκομία από αυτό που έχουμε τεράστια ανάγκη: πραγματικούς χρήσιμους επιστήμονες σε όλες αυτές τις ειδικότητες που υποστηρίζουν το προϊόν της ελιάς και του λαδιού.

Επιπλέον διαβάζουμε ότι το κόστος του ελαιοπαραγωγού είναι 2,0 – 2,20€/κιλό. Όμως αυτό δεν έχει προκύψει από κάποια επίπονη μελέτη αλλά επειδή -λέει- “τόσο κάνει ένας καφές”. Θα έλεγα ότι πρόκειται για “κουβέντες του καφενείου” αν δεν σεβόμουν απεριόριστα τα καφενεία σαν “μικρούς ναούς της δημοκρατίας” και της ελεύθερης έκφρασης.

Επίσης οι εν λόγω ειδήμονες διαπιστώνουν “βάναυση αλλοίωση του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης”. Αν και κάθε γενίκευση κρύβει τους κινδύνους της, ωστόσο, μπορώ να ισχυριστώ ότι στον τομέα του ελαιολάδου -ή μάλλον των φυτικών ελαίων- ο νόμος προσφοράς – ζήτησης λειτουργεί καλά. Αν θέλουμε υψηλότερες -στο πλαίσιο της λογικής και του εφικτού- τιμές παραγωγού δεν έχουμε παρά να μιμηθούμε την Ισπανία στην οργάνωσή της (συνεταιρισμοί, εταιρείες, επιστήμονες, Τοπική Αυτοδιοίκηση, κυβέρνηση, τράπεζες) και την Ιταλία (μάρκετινγκ, διάδοση γαστρονομίας).

Ζούμε σε μια εποχή, και σε μία αγορά, που η ποιότητα (όχι η γενική κι αφηρημένη αλλά η πραγματική με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, φυσικοχημικά, οργανοληπτικά, καθαρότητας από υπολείμματα) ρυθμίζει καθοριστικά το ύψος της τιμής. Άρα, λοιπόν, ας κάνει ο καθένας όσο μπορεί καλύτερα τη δουλειά του, ειδικά μάλιστα αν είναι “επιστήμονας” με ή χωρίς εισαγωγικά.

Για να επανέλθουμε στην ισπανική αγορά ελαιολάδου, κατόπιν της έντονης εμπορικής κίνησης και τις αυξημένες αγορές ελαιολάδου από την πλευρά των βιομηχανιών τυποποίησης κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου, πλέον οι ποσότητες ελαιολάδου που αγοράζονται είναι μικρότερες. Έτσι, παρά την αυξανόμενη προσφορά ελαιολάδων νέας εσοδείας, οι τιμές διατηρούνται σε σχεδόν σταθερά επίπεδα με αξιοσημείωτη την αντοχή του λαμπάντε 1° στο 1,95-2,00€.

Τα υπόλοιπα στο Παρατηρητήριο Τιμών την Παρασκευή.