Μικρή παραγωγή, μεγάλη κατανάλωση, αναζήτηση ποιότητας, η αγορά της Λατινικής Αμερικής

Για τους υποψήφιους εξαγωγείς, αυτό που τόνισαν και οι δύο ομιλητές, είναι η σημασία της ποιότητας των εξαιρετικών παρθένων ελαιολάδων που διεκδικούν την προτίμηση των καταναλωτών. Υπάρχει έδαφος ανάπτυξης των εξαγωγών, λείπουν όμως οι δίαυλοι επικοινωνίας για την επιμόρφωση του καταναλωτή.

0

Αυτό που με εντυπωσίασε  κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας τηλεδιάσκεψης των 9 χωρών για την τρέχουσα ελαιοκομική σεζόν από τη Λατινική Αμερική, και ιδιαίτερα από τη Βραζιλία, είναι οι γνώσεις αλλά και το πάθος της αγάπης που τρέφουν για το ελαιόλαδο, έτσι όπως μας τα μετέφεραν οι Δρ. Jorge Pereira (Εμπειρογνώμων του διεθνούς ελαιοκομικού τομέα, Λατινική Αμερική) και η κα Chania Szewczyk Chagas (Ειδική γευσιγνώστρια των εξαιρετικών παρθένων ελαιολάδων και σομελιέ ελαιολάδου, Βραζιλία).

 

 

 

 

Η Λατινική Αμερική αποτελεί μία ήπειρο με μικρή παραγωγή ελαιολάδου (μόλις το 2% της παγκόσμιας), που κυρίως προέρχεται από την Αργεντινή και τη Χιλή. Ο Δρ. Jorge Pereira εξήγησε ότι την εποχή της αποικιοκρατίας των Πορτογάλων,  ξερίζωσαν τους ντόπιους ελαιώνες για να ευνοήσουν τις πωλήσεις – εξαγωγές των πορτογαλικών ελαιολάδων.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι αν και η κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου είναι χαμηλή (380 ml/άτομο ετησίως), η καταναλωτική ζήτηση φτάνει το 13% της παγκόσμιας παραγωγής, ποσοστό που αυξήθηκε περαιτέρω εν μέσω πανδημίας κατά 6%.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Βραζιλίας, η οποία την τελευταία πενταετία αύξησε κατά 80% τις εισαγωγές ελαιολάδου. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς της τάξης του 10%, το 59% των ελαιολάδων που εισάγονται στη Βραζιλία είναι πορτογαλικής προέλευσης, ενώ η ποσότητα των ελαιολάδων που εισάγονται από την Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά, μόλις στους 360 τόνους. Η αγορά της Βραζιλίας, παρά τη 2η θέση της χώρας στον παγκόσμιο χάρτη εισαγωγών ελαιολάδου, κυριαρχείται από το σησαμέλαιο και το σογιέλαιο, η δε συνολική κατανάλωση σπορελαίων αγγίζει τα 20 λίτρα/άτομο ετησίως. Ένας λόγος που συμβάλλει σε αυτό είναι η τεράστια διαφορά τιμών μεταξύ σπορελαίων που φτάνουν πολύ χαμηλά στα 0,50€/λίτρο και ελαιολάδου που ανεβαίνει στα 5€ /λίτρο.

Ο μέσος καταναλωτής της Λατινικής Αμερικής δίνει ψήφο εμπιστοσύνης στα εισαγόμενα ελαιόλαδα, εν μέρει λόγω των αποθαρρυντικά υψηλών τιμών των τοπικών προϊόντων. Χαρακτηριστικά, στη Βραζιλία το εγχώριο ελαιόλαδο μπορεί να φτάσει έως και 11€/λίτρο.

Την επερχόμενη σεζόν που ξεκινά το Φεβρουάριο του 2021, η παραγωγή ελαιολάδου στη Λατινική Αμερική προβλέπεται στους 59.000 τόνους, δηλαδή αυξημένη κατά 16% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, κατά την οποία παρενιαυτοφορία και κλιματικές συνθήκες δεν ευνόησαν την ανθοφορία και την αναπτυσσόμενη βλάστηση. Εξάλλου, οι ελαιοπαραγωγοί της ηπείρου όντας οι πρώτοι που πραγματοποίησαν συγκομιδή υπό συνθήκες πανδημίας, διαθέτουν εμπειρικό πλεονέκτημα.

Για τους υποψήφιους εξαγωγείς, αυτό που τόνισαν και οι δύο ομιλητές, ειδικά η κα Chania Szewczyk Chagas ως γευσιγνώστρια, είναι η σημασία της ποιότητας των εξαιρετικών παρθένων ελαιολάδων που διεκδικούν μια θέση στο ράφι και την προτίμηση των καταναλωτών. Επεσήμανε πως υπάρχει έδαφος ανάπτυξης των εξαγωγών προς την Βραζιλία, λείπουν όμως οι δίαυλοι επικοινωνίας για την επιμόρφωση του καταναλωτή.