H ελληνική αγορά ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς μετά το πρώτο κύμα του COVID-19

0

Ποιά ήταν η συμπεριφορά των αγορών ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών κατά τη διάρκεια αυτού του πρώτου κύματος του κορωνοϊού που ήδη έχει κοστίσει 140 θανάτους;

Τις πρώτες ημέρες οι καταναλωτές άδειασαν τα ράφια των σούπερ μάρκετ κυρίως σε είδη προστασίας ατομικής υγιεινής και σε τρόφιμα  με μεγάλη διάρκεια ημερομηνίας λήξης όπως π.χ. ζυμαρικά, ρύζι, αλεύρι, όσπρια, κονσέρβες, σάλτσες κ.λπ. Τα ελαιόλαδα είχαν μια αύξηση περίπου 10%.

Παράλληλα υπήρξε μια σημαντική – αλλά άγνωστης έκτασης αύξηση των αγορών απευθείας από ελαιοπαραγωγούς, ελαιοτριβεία, κ.λπ. στους «τενεκέδες» των 16 κιλών.

Σχετικά με την αύξηση της κατανάλωσης ελαιολάδου κατά τη διάρκεια των 40 πρώτων ημερών του COVID-19 θα μπορούσαμε να πούμε ότι:

α) Ουσιαστικά πρόκειται για προεξόφληση μελλοντικών πωλήσεων,

β) Αυξήθηκε η κατανάλωση ελαιολάδων – και ειδικότερα εξαιρετικών παρθένων- γιατί λόγω του περιορισμού των μετακινήσεων και του κλεισίματος της μαζικής εστίασης (HORECA) οι οικογένειες μαγειρεύουν πολύ περισσότερο στο σπίτι,

γ)  Αντίστοιχα,  η εκμηδένιση της κατανάλωσης στον κλάδο της HORECA δεν μείωσε τόσο τα ελαιόλαδα, όσο – κυρίως- τα υποκατάστατα σπορέλαια πάσης φύσεως,

δ) Από τα παραπάνω προκύπτουν έμμεσα και οι επιπτώσεις όσον αφορά

-τους κερδισμένους, δηλαδή κυρίως τις εταιρείες με τα πιο γνωστά brands στα σούπερ μάρκετ,  που έχουν προβολή στα ράφια και είχαν αποθέματα,

– τους μεγάλους χαμένους, δηλ. όσους εφοδιάζουν με ελαιόλαδα και επιτραπέζιες ελιές τα καταστήματα μαζικής εστίασης HORECA,

-κερδισμένοι επίσης ήταν και οι ελαιοπαραγωγοί και ελαιοτριβείς με εύκολη πρόσβαση και δίκτυο διανομής 16κιλων  στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας, Θεσσαλονίκης κ.λπ.

Οι χύμα εξαγωγές προς Ιταλία

Είναι πολύ σημαντικό ότι ακόμα  και τις ημέρες της μεγάλης έξαρσης της πανδημίας το εμπόριο δεν σταμάτησε, παρά τα όποια  παραπλανητικά και τρομοκρατικά fake-news γράφτηκαν εκείνες τις μέρες. Έστω και με καθυστερήσεις, έστω και με αυξημένο κόστος, τηρώντας πολύ αυστηρούς κανόνες υγιεινής, όλη η αλυσίδα, οι Έλληνες πωλητές, οι μεταφορικές εταιρείες με τα βυτία που μέσω πλοίων διασχίζουν τη Μεσόγειο και οι Ιταλοί / Ισπανοί αγοραστές/παραλήπτες, συνέχισαν να εφοδιάζουν κανονικά την αγορά, η οποία μάλιστα έδειξε ιδιαίτερη ζήτηση και ζωντάνια το μήνα Μάρτιο. Εκτιμάται ότι από την αρχή της ελαιοκομικής περιόδου έχουν εξαχθεί μέχρι τώρα χύμα από την Ελλάδα περί τους 70.000 χιλ. τόνους χύμα.

Η κατάσταση σήμερα

Καθώς βλέπουμε την καμπύλη κρουσμάτων και θυμάτων της πανδημίας να κάμπτεται πτωτικά, μπαίνει και η αγορά σε μια νέα περίοδο.

Η κατανάλωση θα μειώνεται εξισορροπώντας σιγά-σιγά τις αυξημένες αγορές του προηγούμενου διαστήματος.

Η προσφορά έχει σχεδόν μηδενιστεί. Οι κάτοχοι ελαιολάδων διακατέχονται από έντονη αβεβαιότητα για τις προσεχείς εξελίξεις παρά το ότι αναγνωρίζουν ότι ο ελαιοκομικός τομέας, όπως και το τρόφιμο γενικότερα, θα επηρεαστεί πολύ λιγότερο σε σύγκριση με άλλους τομείς της οικονομίας. Όμως, υπάρχει ο φόβος της αναζωπύρωσης της πανδημίας όπως και η βεβαιότητα για μεγάλη κάμψη του τουρισμού. Οπότε προτιμούν να «κάθονται πάνω» στα λάδια και τις ελιές τους, παρά να έχουν χρήματα στις τράπεζες ή στο στρώμα τους.

Άλλωστε οι τιμές των ελαιολάδων βρίσκονται σε τόσο χαμηλά επίπεδα, οπότε γιατί να πουλήσουν;

Οι τιμές ελαιολάδων (βυτίο, CIF παράδοση Ιταλία) βρίσκονται στα επίπεδα για τα μεν συνήθη έξτρα 2,35-2,45 €/κιλό, ενώ για το λαμπάντε βάσης 5ο είναι 1,58 – 1,63 €/κιλό. Ειδικές περιπτώσεις έξτρα παρθένων από τη Λακωνία με οξύτητα κάτω του 0,3ο με άριστα οργανοληπτικά και –το πιο δύσκολο, ειδικά για απαιτητικές αγορές όπως της Γερμανίας, ελεύθερα από κάθε είδους υπολείμματα- μπορούν να πιάσουν τα 2,65 €/κιλό, πρόκειται όμως για σπάνιες εξαιρέσεις.

Άλλωστε και η ζήτηση από Ιταλία και Ισπανία είναι περιορισμένη καθώς και οι δύο χώρες έχουν  τις δεξαμενές τους γεμάτες. Τα ελληνικά εργοστάσια τυποποίησης αγοράζουν μικρές παρτίδες – όχι βυτία- από επιλεγμένους πωλητές/πελάτες τους, περισσότερο για να συντηρούν τις μεταξύ τους σχέσεις.

Καθώς λοιπόν τους επόμενους μήνες θα είναι φανερή η κάμψη στις πωλήσεις στο εσωτερικό και στις εξαγωγές, η εμπορική περίοδος υπολογίζεται θα κλείσει με αποθέματα περί τους 40 – 50.000 τόνους.

Σημειώνουμε ότι η παραγωγή της περιόδου 2019/20 εκτιμάται στους 270.000 τόνους, ενώ, αν και είναι ακόμη πάρα πολύ νωρίς, η επερχόμενη 2020/21 προοιωνίζει μια πολύ καλή σοδειά, ποιοτικά και ποσοτικά, γιατί είχαμε ένα χειμώνα με αρκετά ικανοποιητικά κρύα και βροχές.

Οι επιτραπέζιες ελιές

Γενικά, η εμπορική περίοδος 2019/20 επανήλθε σε φυσιολογική παραγωγή μετά την τελείως καταστροφική 2018/19.

Για την σημαντική ελληνική ποικιλία της κονσερβολιάς (αμφίσσης) οι πράσινες ελιές βρίσκονται στην άλμη σε δεξαμενές  και πωλούνται από τους παραγωγούς σε τιμές  1,10 €/κιλό (με βάση τα 200 τεμ/κιλό).

Οι φυσικές μαύρες ελληνικού τύπου απολαμβάνουν μεγάλης ζήτησης με 2,10 €/κιλό για τα 110 τεμάχια/κιλό.

Η «μαύρη βασίλισσα», η γνωστή ποικιλία καλαμών,  υποφέρει από προβλήματα, που όσο πάνε και επιδεινώνονται. Μετά από μια περίοδο έντονης και παράλογης ανόδου των τιμών, τώρα έχουν υποβιβαστεί στα 0,90 – 1,0 €/κιλό (μέγεθος των 200 τμχ./κιλό), τιμή η οποία είναι μη βιώσιμη για τους ελαιοπαραγωγούς. Η συμφωνία σε μια άριστη τιμή ισορροπίας στα 1,40-1,50 € παραμένει όνειρο μακρινό κι απλησίαστο.

Αλληλένδετο είναι το ζήτημα του ΠΟΠ/ΠΓΕ. Ο «εμφύλιος πόλεμος», που κάποτε είχα προφητικά γράψει, όχι μόνο επιβεβαιώνεται αλλά και αγριεύει. Τελευταίο κρούσμα η παρέμβαση -2Η σε μέσα σε λίγες μέρες- βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Αιτωλοακαρνανίας, που ζητά το πρωτοφανές, ούτε λίγο ούτε πολύ, να απαγορευθεί στους Μεσσήνιους να υποστηρίξουν την προσφυγή που έχουν κάνει στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της ονομασίας “Kalamata Olives”.

Για όλους τους Αιτωλοακαρνάνες, (που, σημειωτέον, τα ίχνη τους και οι διασυνδέσεις είναι ευδιάκριτα), τους μονομερώς και φανατικά υπέρμαχους του “Kalamata Olives” που θεσμοθέτησε το ΥπΑΑΤ επί υπουργίας Αποστόλου, με υφ. Κόκκαλη και γ.γ. Ν. Αντώνογλου αναρωτιέμαι:

σε τι θα ωφεληθούν οι ελαιοπαραγωγοί, οι μεταποιητές και οι εξαγωγείς  ελληνικών ελιών καλαμών από το γεγονός ότι οι ανταγωνιστές Αιγύπτιοι, Τούρκοι κ.λπ, απέκτησαν το δικαίωμα να πουλάνε παντού στη διεθνή (άρα και ελληνική) αγορά τις δικές τους “Kalamata Olives”, και μάλιστα με μαζικές ποσότητες σε πολύ φτηνές τιμές;

ενώ, ταυτόχρονα, η Ελλάδα απεμπόλησε το δικαίωμα θεσμικής εμπορικής προστασίας των δικών της ελιών, είτε μέσω του (πολύπαθου) ΠΟΠ, είτε μέσω του επιμελώς αποσιωπηθέντος τόσα χρόνια ΠΓΕ, το οποίο θα κάλυπτε από το τόξο της Φθιώτιδας, έως Άρτα, και Αιτωλοακαρνανία, και νότια όλη την Πελοπόννησο, δηλαδή το 95% της ελληνικής παραγωγής…

Τέλος, η ποικιλία της Χαλκιδικής βρίσκεται επίσης σήμερα στην άλμη με τιμές περίπου 0,35 – 0,45 €/κιλό πάνω από το αρχικό νωπό προϊόν.