Σε κλοιό πιέσεων η αγορά ελαιόλαδου

0

Τα ισπανικά δεδομένα οδήγησαν σε μικρή υποχώρηση των τιμών ελαιολάδου. Ερώτημα αν η αγορά θα αντέξει ή αν θα υποχωρήσει περαιτέρω.
——————————————————–
image

Όπως γράφαμε την προηγούμενη εβδομάδα για την Ισπανία ο συνδυασμός των ικανοποιητικών βροχοπτώσεων με τα αποθέματα, (886.000 τόνοι την 30 Απριλίου), είναι λογικό να ασκούν ελαφρές πιέσεις στις τιμές του ελαιολάδου, που διαμορφώνονται στην ισπανική αγορά στα 3,10 €/κιλό για τα αρμπεκίνα, σε 2,90 για τα κοινά έξτρα και σε 2,65 €/κιλό για το λαμπάντε 1°
.
Υπογραμμίζοντας για μία ακόμη φορά πόσο καθοριστικός και πόσο ευαίσθητος έχει γίνει ειδικά στην Ελλάδα ο παράγων «ποιότητα», οι τιμές των έξτρα παρθένων τις τελευταίες μέρες κλιμακώνονται σε ένα  εύρος από τα 3,10 €/κιλό έως και τα 3,20 €/κιλό, (τιμή βυτίου ex-factory), με το αγοραστικό ενδιαφέρον που εκδηλώνεται να είναι περιορισμένο. Επίσης, για τα βιομηχανικά βάσης 5° η τιμή, είναι στα 2,35 – 2,40€/κιλό.

Όσοι έχουν λάδια στις αποθήκες τους (έμποροι, ελαιοτριβείς, συνεταιρισμοί, παραγωγοί) δείχνουν διχασμένοι μεταξύ της απόφασης να ρισκάρουν κρατώντας τα και αναμένοντας να επαναληφθεί η περσινή καλοκαιρινή άνοδος και μιας πιο ρεαλιστικής προσέγγισης, του «πούλα και μετάνιωνε». Θα πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι πέρυσι το καλοκαίρι η αγορά είχε «στεγνώσει» καθώς η ισπανική μαζί με την ιταλική παραγωγή με δυσκολία έφθαναν τους 900.000 τόνους. Για αυτό και οι τιμές στην Ελλάδα εκτοξεύτηκαν έως και τα 4,2 €/κιλό τον Αύγουστο του 2015.
Αντίθετα φέτος, Ισπανία και Ιταλία αθροίζουν 1,8 εκ. τόνους, δηλαδή τη διπλάσια παραγωγή σε σύγκριση με πέρυσι. Έτσι, το σενάριο της καλοκαιρινής ανόδου απομακρύνεται. Απομακρύνεται, εκτός αν, εκτός αν συμβεί κάποιο απρόοπτο, γιατί πάντοτε με τη Φύση, και μάλιστα έτσι όπως «βιάζεται» από τις ανθρώπινες παρεμβάσεις, τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί για τους επόμενους κρίσιμους μήνες μέχρι να παραχθούν τα φρέσκα ελαιόλαδα της περιόδου 2016/17. Σήμερα πρέπει να υπάρχουν στην Ελλάδα ποσότητες προς πώληση περί τους 35-40.000 τόνους συν επιπλέον ένα λογικό μεταφερόμενο απόθεμα των 15-20.000 τόνων για την επόμενη χρονιά.

Εδώ φαίνεται η εγκληματική άγνοια(;), αδιαφορία(;), ιδιοτέλεια στο κυνήγι της υψηλής κυκλοφορίας (;), όσων είχαν προαναγγείλει νέα απογείωση τιμών που θα «σπάσουν τα ταβάνια», και που "έχτιζαν βάση" στα 3,30 προβλέποντας άνοδο, ενώ τώρα ξαφνικά (;) "πάγωσαν τα χαμόγελα". Δηλαδή πέρασαν τους αναγνώστες στο σκωτσέζικο ντους, από το καυτό στο παγωμένο.

Όσοι λοιπόν έχουν λάδια στις αποθήκες τους, θα πρέπει να σταθμίζουν τα πραγματικά δεδομένα και να αποφασίζουν με σύνεση. Η εμπειρία έχει δείξει ότι ούτε η υπεραισιοδοξία, ούτε ο πανικός υπήρξαν καλοί σύμβουλοι στις εποχές των διλημμάτων.

Τέλος, αξίζει να προσθέσουμε ορισμένες επιπλέον ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς.
Πρώτον, τα κατ’επιταγήν των μνημονίων μέτρα των αλλεπάλληλων φορολογικών, ασφαλιστικών και άλλων επιβαρύνσεων, οδηγούν στο ακριβώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα καθώς ενισχύουν την παραοικονομία. Ολοένα και περισσότεροι ελαιοπαραγωγοί προτιμούν να πουλήσουν το λάδι τους έστω και 0,40 €/κιλό φθηνότερο αρκεί να αποφύγουν την επίσημη δήλωση και φορολόγησή τους.
Δεύτερον, από το μέτωπο των εταιριών τυποποίησης αναφέρεται μείωση των πωλήσεων κατά 20% περίπου με τις ποσότητες που εμφιαλώνονται να έχουν πέσει κάτω των 30.000 τόνων.

Με πληροφορίες και επικαιροποίηση από την ΥΠΑΙΘΡΟΣ ΧΩΡΑ