Αύξηση παραγωγής και κατανάλωσης ελαιολάδου προβλέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αυξάνεται η παραγωγή, αυξάνεται και η κατανάλωση, οπότε η αποκατάσταση της μεταξύ τους ισορροπία έχει ανεβάσει και τις τιμές, χωρίς επιδοτήσεις, ενώ μειώνονται και τα αποθέματα παράλληλα με την αύξηση των εξαγωγών

0

Έκθεση σχετικά με τις εκτιμήσεις της για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής γεωργικής αγοράς δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, περιλαμβάνοντας και προβλέψεις σχετικά με την πορεία της παραγωγής και αγοράς ελαιολάδου για το τρέχον έτος.

Αύξηση της παραγωγής ελαιολάδου

Η παραγωγή ελαιολάδου αναμένεται να αυξηθεί κατά 10% συγκριτικά με τη σεζόν 2019/20, φτάνοντας τους 2.100.000 τόνους. Η προβλεπόμενη αύξηση οφείλεται στη μεγαλύτερη κατά 325.000 τόνους ισπανική παραγωγή, η οποία μπορεί να αντισταθμίσει τις απώλειες των υπόλοιπων μεσογειακών χωρών, οι οποίες συγκεκριμένα για την Ιταλία, εκτιμώνται στους 96.000 τόνους, για την Ελλάδα στους 5.000 τόνους και για την Πορτογαλία στους 40.500 τόνους.

Σύμφωνα με την ΕΕ, καιρικά φαινόμενα όπως χαλαζοπτώσεις και πλημμύρες είχαν αρνητικό αντίκτυπο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ιταλικής παραγωγής, ενώ στην Ελλάδα η ελαιοπαραγωγή επλήγη από τον καύσωνα αλλά και από την έλλειψη εργατικών χεριών που δημιούργησε δυσκολίες στη διεξαγωγή της συγκομιδής. Και η Ισπανία όμως δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τις κλιματικές συνθήκες, με την Ανδαλουσία, την κύρια ελαιοπαραγωγική περιοχή της, να καταγράφει φέτος τη χαμηλότερη απόδοση της τελευταίας 25ετίας, οδηγώντας και σε αναθεώρηση των αρχικών εκτιμήσεων για τη σεζόν που διανύουμε.

Όσον αφορά τις μη ευρωπαϊκές ελαιοπαραγωγικές χώρες, σημαντική μείωση της τάξης του 66% της παραγωγής της συγκριτικά με πέρυσι, αναμένεται να έχει η Τυνησία, ενώ για το Μαρόκο προβλέπεται αύξηση παραγωγής ελαιολάδου κατά 15.000 τόνους.

Ανάκαμψη των τιμών

Η μεγαλύτερη ισορροπία που παρουσιάζεται μεταξύ προσφοράς και ζήτησης έφερε ανάκαμψη τιμών κυρίως στην ισπανική αγορά. Οι τιμές του ισπανικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, αν και επί του παρόντος συνεχίζουν να βρίσκονται 12% χαμηλότερα του μέσου όρου της πενταετίας (2,70€/κιλό), από τον Οκτώβριο του 2020 δείχνουν σημάδια συνεχούς αύξησης. Από την άλλη πλευρά, οι τιμές της ελληνικής και ιταλικής αγοράς εμφανίζονται πιο σταθερές, με τις τιμές του ελληνικού ελαιολάδου να βρίσκονται 11% κάτω του μέσου όρου της τελευταίας πενταετίας.

 

Αύξηση της κατανάλωσης

Παρά το κλείσιμο της μαζικής εστίασης και τον περιορισμό του τουρισμού, η αύξηση των λιανικών πωλήσεων στις κύριες ελαιοπαραγωγικές χώρες συνέβαλε στην αύξηση της κατανάλωσης για το 2020, ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΕ, η κατανάλωση ελαιολάδου θα μπορούσε φέτος να αυξηθεί και περαιτέρω (+3%), λόγω της επαναφοράς της λειτουργίας της εστίασης και της σταθερότητας στις λιανικές πωλήσεις που υποστηρίζεται από την προτίμηση του ελαιολάδου στην οικιακή κατανάλωση.

Σε σταθερά επίπεδα οι εξαγωγές

Οι ευρωπαϊκές εξαγωγές αναμένεται να παραμείνουν σταθερές συγκριτικά με την ιστορικά μεγάλη ποσότητα της προηγούμενης σεζόν, ενώ αυξήσεις των εξαγωγών σε χώρες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και οι Η.Π.Α (λόγω της προσωρινής άρσης των δασμών) θα αντισταθμίσουν τυχόν απώλειες από χώρες όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Βραζιλία, όπου η ποσότητα των αποθεμάτων ελαιολάδου είναι μεγάλη.

Μείωση των αποθεμάτων

Λόγω της χαμηλότερης διαθεσιμότητας ελαιολάδου στις μη ευρωπαϊκές ελαιοπαραγωγικές χώρες, η ΕΕ προβλέπει μείωση των εισαγωγών στους 130.000 τόνους με αποτέλεσμα τη μείωση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων από τους 630.000 που είναι σήμερα στους 500.000 τόνους, γεγονός το οποίο θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση των τιμών.

Ανακεφαλαιώνοντας

Αυξάνεται η παραγωγή, αυξάνεται και η κατανάλωση, οπότε η αποκατάσταση της μεταξύ τους ισορροπία έχει ανεβάσει και τις τιμές, χωρίς επιδοτήσεις, ενώ μειώνονται και τα αποθέματα παράλληλα με την αύξηση των εξαγωγών. Όλα αυτά τα ωραία συμβαίνουν στην υπόλοιπη ΕΕ εκτός από την Ελλάδα οπότε από την άποψη της ελαϊκής πολιτικής τίθεται το ερώτημα τι φταίει και που πήγαν τα 140 εκ € που μοίρασε ο απελθών υπουργός ΑΑΤ σαν κορωνοϊο-ιανο επιδοτήσεις;