Γράμμα από την Κρήτη: Δακοκτονία και ελαϊκή πολιτική

Την άποψή του κατέθεσε στο οlivenews.gr  γεωπόνος από την Κρήτη, με πολύχρονη εμπειρία στον χώρο του ελαιολάδου. Ο ίδιος ζήτησε να κρατήσει την ανωνυμία του -σεβαστή μια και γνωρίζουμε τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει το τοπικό “κουτσομπολιό”- μας έδωσε ωστόσο τη δική του πολυεπίπεδη εικόνα αλλά και πιθανές λύσεις όσον αφορά κρίσιμα ζητήματα του ελληνικού ελαιοκομικού τομέα. Ας τον ακούσουμε:

Το παρόν σύστημα εφαρμογής δακοκτονίας είναι δυσλειτουργικό

Ο παραγωγός πρέπει άμεσα να συνειδητοποιήσει ότι μόνο η σωστή αντιμετώπιση του δάκου και του γλοιοσπόριου μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή ενός προϊόντος με καλά ποιοτικά χαρακτηριστικά που τελικά μπορεί να πουληθεί σε μια σχετικά καλή τιμή.

Παρ όλα αυτά, η δακοκτονία και η εφαρμογή δολωματικών ψεκασμών από τις κατά τόπους περιφέρειες φαίνονται αναποτελεσματικές και σ’αυτό συντελούν λόγοι όπως:

α) οι χαμηλές τιμές των δημοπρασιών που καθιστούν ασύμφορη την εκτέλεση  από τους εργολάβους με αποτέλεσμα οι ψεκασμοί να μη γίνονται σωστά, β) η επίβλεψη των τρακτέρ με gps που είναι πολλές φορές παραπλανητική όσον αφορά την εκτέλεση και το δρομολόγιο των τρακτέρ ενώ αρνητικά επηρεάζει και το γεγονός ότι ο ψεκασμός γίνεται απομακρυσμένα από τον οδηγό και όχι άμεσα από τον αυλό του ψεκαστή, γ) η καθυστέρηση της έναρξης των ψεκασμών (ο τελευταίος εκτελείται κατά τα τέλη του Οκτώβρη), με αποτέλεσμα να μην γίνεται έγκαιρα η συγκομιδή ελαιοκάρπου από τους παραγωγούς. Η δε καθυστέρηση της συγκομιδής σε συνδυασμό με τις ευνοϊκές συνθήκες του πρώτου δεκαήμερου του Νοεμβρίου οδηγεί σε δακοπροσβολή και τελικά υποβάθμιση των καρπών σε ποσότητα αλλά και σε ποιότητα.

Με γνώμονα όλα τα παραπάνω, σαν καλύτερη λύση προτείνεται η επιδότηση των παραγωγών από το κράτος και η εφαρμογή των ψεκασμών αποκλειστικά από τους ίδιους. Το κράτος δηλαδή να επιδοτεί τους παραγωγούς με βάση το τιμολόγιο πώλησης του λαδιού. Έτσι θα σταματήσει η σπατάλη κρατικού χρήματος από τις περιφέρειες ενώ όπως και οι αμπελουργοί έτσι και οι ελαιοπαραγωγοί θα προσέχουν οι ίδιοι τα παραγόμενα προϊόντα τους.

Τιμές σε χαμηλά επίπεδα

Στην Κρήτη, δάκος και γλοιοσπόριο συντέλεσαν στην ποιοτική υποβάθμιση μεγάλης μερίδας της παραγωγής με αποτέλεσμα την παρουσία ελαιολάδων «δύο ταχυτήτων» στην αγορά (τα μεν υποβαθμισμένα να πουλιούνται σε τιμές λαμπάντε και πυρηνέλαιου  στα 1,30-1,60€ ενώ τα πολύ λίγα καλά 1,80-2,30€) και την οικονομική καταστροφή παραγωγών και ελαιοτριβείων.

Σε διεθνές επίπεδο,η ανταγωνιστικότητα των ισπανικών και τυνησιακών λαδιών έχουν ρίξει τις τιμές, με τα χαμηλόβαθμα (<0,5°) να εμφανίζουν τιμή βυτίου 2,10-2,30€ ενώ τιμές από 2,30-2,50€ συναντάμε στα ελαιόλαδα των 0,3ο με τέλεια ποιοτικά χαρακτηριστικά  τα οποία σπανίζουν (π.χ φρουτάδα, πλούσιο άρωμα και με εντελώς απουσία  υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων).  Όσον αφορά τις τιμές της επόμενης παραγωγής, δεν προβλέπεται ανάκαμψη, αν σκεφτεί κανείς την ισπανική παραγωγή που προβλέπεται να φτάσει το ποσό των 1,8 εκ. τόνων και την μείωση της κατανάλωσης τόσο στην εστίαση(λόγω κορονοϊού) όσο και στα νοικοκυριά(λόγω μείωσης του εισοδήματος).

Εν όψη του προτύπου της ΝΑΟΟΑ

Το νέο όριο του 0,5° θα εξυπηρετούσε μόνο τους εμπόρους και τους τυποποιητές οι οποίοι θα μπορούν να εκμεταλλεύονται λάδια οξύτητας 0,51-0,70°, αντιμετωπίζοντάς τα ως προϊόντα β κατηγορίας  εις βάρος των παραγωγών. Επομένως το μόνο που θα επιφέρει είναι χάσμα τιμών εις βάρος των παραγωγών και την εγκατάλειψη της καλλιέργειας πολλών από αυτούς.

Η νέα διατροφική μόδα και η ενίσχυση της τοπικής κατανάλωσης με στροφή στην τυποποίηση ΠΟΠ-ΠΓΕ

Εν μέσω της παραπλανητικής πληροφόρησης που βασιλεύει, η μεσογειακή διατροφή έχει αντικατασταθεί από τα snacks ενώ το ελαιόλαδο από έλαια όπως ηλιέλαιο, αραβοσιτέλαιο, φοινικέλαιο και κραμβέλαιο. Το ελαιόλαδο απουσιάζει ακόμη και από τα είδη ψωμιού ενώ ακόμη και αν υπάρχει, συνυπάρχει με φοινικέλαιο και ηλιέλαιο. Οι νέες διατροφικές τάσεις ενισχύονται και από τις προπαγάνδες ορισμένων διατροφολόγων, σύμφωνα με τις οποίες το ελαιόλαδο συμβάλει στην παχυσαρκία. Συνέπεια των παραπάνω η μειωμένη χρήση του στην ελληνική κουζίνα.

Το λάδι που παράγουμε ίσα ίσα που μας φτάνει για κατανάλωση στην Ελλάδα. Η αναγνώριση των ελαιολάδων ως προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ, και τελικά η στροφή σε ένα τυποποιημένο -με ελάχιστα υπολείμματα φυτοφαρμάκων προϊόν- θα αυξήσει την προτίμηση των ελληνικών ελαιολάδων τόσο από τις ελληνικές οικογένειες όσο και στην εστίαση. Η αύξηση αυτή θα αποτρέψει τους παραγωγούς να πουλάνε χύμα λάδια στην Ιταλία και Ισπανία ενώ θα ενισχυθεί η τοπική κατανάλωση.Γι’αυτό και πρέπει να απλοποιηθεί η διαδικασία εκχώρησης προϊόντος ως ΠΟΠ ή ΠΓΕ.

Καθώς το χάσμα μεταξύ του ελληνικού και του ισπανικού και τυνησιακού ελαιολάδου έχει μικρύνει, γιατί να μην ενισχύσουμε και το εκπαιδευτικό σκέλος και να δημιουργήσουμε μία εξειδικευμένη ελαιοκομική σχολή; Όπως αγαπάμε τα ροδάκινα, τα βαμβάκια, και τα κεράσια, αξίζει να αγαπήσουμε και την ελιά και το ελαιόλαδο. Άλλωστε είναι ο θησαυρός μας και δεν επιτρέπεται να τον δωρίζουμε στους άλλους έτσι απλόχερα.

(φωτογραφία, ευγενική παραχώρηση του Αντρέα Σμαραγδή)