Το ελαιόλαδο στόχος νοθείας

Το χρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ερευνητικό πρόγραμμα OLEUM πραγματοποίησε διαδικτυακή έρευνα στα πλαίσια της καταπολέμησης της νοθείας.

0

Υπάρχει πληθώρα ορισμών σχετικά με το τι σημαίνει διατροφική απάτη, με έναν εξ αυτών να την ορίζει ως την εκ προθέσεως παραβίαση της νομοθεσίας των τροφίμων με στόχο τελικά, μέσω της εξαπάτησης των καταναλωτών, το κέρδος.

Από αρχαιοτάτων χρόνων το ελαιόλαδο και ιδιαίτερα το εξαιρετικό παρθένο αποτελεί ένα προϊόν επιδεκτικό στις πρακτικές νοθείας για πολλούς λόγους, όπως η υψηλή εμπορική του αξία, η σχετική ευκολία στην εφαρμογή δόλιων πρακτικών αλλά και η διαφοροποίηση στα επίπεδα και μεθόδους ελέγχων που εφαρμόζει η κάθε χώρα.

Πράγματι, το 2019 το ελαιόλαδο βρέθηκε στην κορυφή των πιο συχνά νοθευμένων προϊόντων σύμφωνα με την ετήσια αναφορά της Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Καταπολέμηση της Απάτης στα Τρόφιμα (EU FFN). Από τις 32 αναφορές που κατατέθηκαν για το ελαιόλαδο, οι 11 αφορούσαν περιπτώσεις εσφαλμένης σήμανσης, οι 4 παραπλανητικής προέλευσης, οι 16 αντικαταστάσεις από άλλες κατηγορίες ελαίων, οι 6 αραιώσεις, οι 5 εκ προθέσεως διανομή μολυσμένου προϊόντος και η 1 κλοπή.

Στo πλαίσιo της καταπολέμησης της νοθείας το χρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ερευνητικό πρόγραμμα OLEUM πραγματοποίησε διαδικτυακή έρευνα για τη συλλογή πληροφοριών και απόψεων από τους φορείς που απαρτίζουν τον ελαιοκομικό κλάδο, τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και τρίτων χωρών στην οποία έλαβαν μέρος εξαγωγείς, εισαγωγείς, εργαστήρια ελέγχου και επιστήμονες.

Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι οι πιο κοινές παραβάσεις αφορούν στην προώθηση του κοινού παρθένου ως εξαιρετικό παρθένο αλλά και στην προώθηση προϊόντων που αποτελούν μίγμα ελαιολάδου και άλλων φυτικών ελαίων (ηλιέλαιο, καλαμποκέλαιο, φοινικέλαιο, κραμβέλαιο κ.α) ως “ελαιόλαδο” (κουπέ/ «olive oil»).

Υψηλή προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε ζητήματα που σχετίζονται με απάτες που αφορούν στην προσθήκη αποσμημένου ελαίου και λαδιού προερχόμενου από τη δεύτερη φυγοκέντριση της ελαιόπαστας (ρεπάσο/ remolido).

 

Οι απαντήσεις κατέδειξαν την αναγκαιότητα βελτιστοποίησης και εντατικοποίησης των ελέγχων, καθώς και της ανάπτυξης ισχυρών μεθόδων και εργαλείων.