Τα πραγματικά ισχυρά σημεία του ελληνικού πρωτογενή τομέα (Μέρος 1ο)

0

Σε μία εξαιρετικά κρίσιμη χρονική συγκυρία, το Υπουργείο Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης διαβουλεύεται με επιστημονικούς φορείς όπως το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τελικό σκοπό την κατάρτιση των ελληνικών θέσεων σχετικά με τις αναγκαίες και επιθυμητές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (2021-2027).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συζήτησης και διαλόγου, διαπιστώνονται μερικά πολύ ισχυρά σημεία τoυ ελληνικού πρωτογενή τομέα και της αγροτικής οικονομίας της χώρας μας, τα οποία προκύπτουν από την ανάλυση SWOT που έχει πραγματοποιηθεί από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τους λοιπούς συνεργάτες του ΥπΑΑΤ.

Σήμερα παρουσιάζουμε τους πρώτους 5 από το σύνολο των 10 ειδικών στόχων που έχει θέσει η υπό μεταρρύθμιση ΚΑΠ ώστε σε μεταγενέστερο άρθρο να ολοκληρώσουμε την παρουσίαση και με τους υπόλοιπους πέντε.

Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 1, δηλαδή την επιθυμία υποστήριξης των βιώσιμων γεωργικών εισοδημάτων, ως δυνατά σημεία αναγνωρίζονται:

1. Η πολύ χαμηλή εξάρτηση του Γεωργικού Οικογενειακού Εισοδήματος από τις άμεσες ενισχύσεις, για τις εκμεταλλεύσεις των λοιπών δενδρωδών καλλιεργειών (αν εξαιρέσουμε την ελαιοκαλλιέργεια και την αμπελοκαλλιέργεια).

2. Ο εξαιρετικά δυναμικός κλάδος των κηπευτικών ανθών.

3. Οι κλάδοι της χοιροτροφίας και της πτηνοτροφίας, με το γεωργικό εισόδημά τους να διαμορφώνεται σχεδόν αποκλειστικά από την αγορά και όχι από τις άμεσες ενισχύσεις. Επίσης το μέσο Γεωργικό τους Εισόδημα ανά εκμετάλλευση προσεγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

4. Ο κλάδος της προβατοτροφίας και η μικτή φυτική-ζωική παραγωγή. Η ύπαρξη εγχώριων φυλών ζώων (αιγοπρόβατα και βοοειδή), οι οποίες μπορούν με κατάλληλες βελτιώσεις να συμβάλουν στην παραγωγή προϊόντων ιδιαίτερης ποιότητας. Επίσης το μέσο Γεωργικό τους Εισόδημα ανά εκμετάλλευση είναι υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

5. Η σημαντική συμβολή της ειδικής ενίσχυσης βάμβακος στη διατήρηση της καλλιέργειας σε 46.000 εκμεταλλεύσεις και σε 2,8 εκατ. στρέμματα γεωργικής γης, ανάγοντας το βαμβάκι σε πρώτο εξαγωγικό προϊόν της χώρας το 2019.

6. Η πολύ σημαντική συμβολή των ενισχύσεων του Πρώτου Πυλώνα στη διατήρηση της γεωργίας στις ορεινές περιοχές, αφού το μέσο εισόδημα ανά εκμετάλλευση σ’ αυτές υπερβαίνει το μέσο εισόδημα στο σύνολο των εκμεταλλεύσεων της χώρας.

7. Η μεγαλύτερη σύγκλιση του μέσου γεωργικού εισοδήματος με το μέσο εισόδημα στο σύνολο της οικονομίας στην Ελλάδα, συγκριτικά με τον μέσο όρο της ΕΕ. Το γεωργικό εισόδημα ανά ΜΑΕ (Μονάδες Απασχόλησης ανά Εκμετάλλευση) στην Ελλάδα έχει τελευταία ανακάμψει στα προ κρίσης επίπεδα, με μικρότερη μεταβλητότητα του γεωργικού εισοδήματος στην Ελλάδα, σε σχέση με την ΕΕ.

Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 2, δηλαδή την ανάγκη ενίσχυσης της αύξησης της ανταγωνιστικότητας και την ανάγκη εστίασης στην έρευνα, την τεχνολογία και την ψηφιοποίηση, ως ενδεικτικά δυνατά σημεία αναγνωρίζονται:

1. Η σημαντική βελτίωση της παραγωγικότητας (Total Factor Productivity) στην αιγοπροβατοτροφία και τα κηπευτικά.

2. Ο δυναμισμός της βιομηχανίας τροφίμων (η παραγωγικότητα της εργασίας αντιστοιχεί στο 85,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων, αυξήθηκε κατά 36,7% κατά την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης). Ιδιαίτερο δυναμισμό παρουσιάζουν υποκλάδοι της μεταποίησης, όπως: επεξεργασία φρούτων-λαχανικών, παραγωγή χυμών, παγωτά, έτοιμα γεύματα, ζυθοποιΐα, αναψυκτικά.

3. Το μέσο οικονομικό μέγεθος των εκμεταλλεύσεων της χώρας, που αυξήθηκε κατά 67% μεταξύ 2011 και 2019, μέσω και της εφαρμογής των παραγωγικών συστημάτων της κτηνοτροφίας και των κηπευτικών.

4. Η αύξηση της εγχώριας παραγωγής και κατανάλωσης κρέατος πουλερικών, κατά τη διάρκεια της κρίσης, κλάδος στον οποίο έχουμε και υψηλό ποσοστό αυτάρκειας.

5. Οι πολύ μεγάλες ευκαιρίες ανάπτυξης κλάδων όπως η καλλιέργεια αρωματικών-φαρμακευτικών φυτών (λόγω της πολύ μεγάλης βιοποικιλότητας που διακρίνει την Ελληνική ύπαιθρο), καθώς και των συναφών μεταποιητικών κλάδων.

6. Το γεγονός πως ο αγροδιατροφικός τομέας εξασφαλίζει πολύ υψηλό βαθμό αυτάρκειας στην εγχώρια αγορά, σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό προϊόντων και έχει αναπτύξει ένα πολύ ισχυρό πλέγμα ενδοκλαδικών και διακλαδικών σχέσεων. Πολύ υψηλά ποσοστά εγχώριας προέλευσης των τροφίμων-ποτών-καπνού που καταναλώνει η μεταποίηση τροφίμων και ο κλάδος του τουρισμού και της εστίασης.

Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 3, δηλαδή την ανάγκη βελτίωσης της θέσης των αγροτών στην αλυσίδα αξίας, ως ενδεικτικά δυνατά σημεία αναγνωρίζονται:

1. Η αυξανόμενη δυναμική της Συμβολαιακής Παραγωγής.

2. Η αναγνώριση των σημάτων ΠΟΠ-ΠΓΕ-ΕΠΙΠ κυρίως στην εγχωρία αγορά με διαχρονική αύξηση της αξίας παραγωγής τους.

3. Η προτίμηση καταναλωτών για τοπικά ποιοτικά προϊόντα μέσω βραχείων εφοδιαστικών αλυσίδων με στόχο την υποστήριξη των μικρών παραγωγών.

4. Η δημιουργία διεπαγγελματικών οργανώσεων.

5. Η αύξηση των εκτάσεων που ασκείται βιολογική γεωργία.

6. Το γεγονός πως οι μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου διαθέτουν υψηλό τεχνολογικό επίπεδο που τους βοηθάει να ικανοποιούν τις υψηλές καταναλωτικές απαιτήσεις.

7. Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας λαϊκών αγορών βιολογικών προϊόντων.

8. Η αύξηση εξαγωγών προϊόντων ΠΟΠ-ΠΓΕ και οίνου σε Ε.Ε και τρίτες χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς).

9. Γηγενείς οινοποιήσιμες ποικιλίες με ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

10. Η υψηλή συμμετοχή του ελληνικού ελαιόλαδου στην αξία παραγωγής ΕΕ.

11. Η πλούσια μελισσοκομική χλωρίδα με την τεράστια βιοποικιλότητα.

Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 4, δηλαδή την επιθυμία μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτήν, ως ενδεικτικά δυνατά σημεία αναγνωρίζονται:

1. Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου στην Ελλάδα, που μειώνονται τα τελευταία χρόνια.

2. Η συνεχής μείωση της συμβολής της ελληνικής γεωργίας στην κλιματική αλλαγή.

3. Η χρήση συνθετικών λιπασμάτων που είναι η κυριότερη πηγή N2O (αερίου με υψηλό δυναμικό υπερθέρμανσης) μειώνεται ή παραμένει σταθερή.

4. Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη γεωργία παρουσιάζει ελαφρά ανοδική τάση.

5. Η κατανάλωση ενέργειας ανά εκτάριο τόσο στη γεωργία όσο και στη δασοκομία είναι κατά πολύ χαμηλότερη του μ.ο. της ΕΕ.

Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 5, δηλαδή την επιθυμία προώθησης της βιώσιμης ανάπτυξης και της αποτελεσματικής διαχείρισης φυσικών πόρων όπως το νερό, το έδαφος και ο αέρας, ως ενδεικτικά δυνατά σημεία αναγνωρίζονται:

1. Πως οι μόνιμα αρδευόμενες εκτάσεις, βάσει των στοιχείων από τις επίσημες στατιστικές, φαίνεται να ακολουθούν πτωτική τάση.

2. Πως η μέση ανά εκτάριο κατανάλωση αρδευτικού νερού φαίνεται να μειώθηκε τα προηγούμενα χρόνια για τα περίπου 2/3 των αρδευόμενων εκτάσεων.

3. Στα ΥΔ Ηπείρου, Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και Ανατολικής Μακεδονίας, η εξάρτηση της γεωργίας από υπόγειους υδροφορείς φτάνει στο ¼ των χρησιμοποιούμενων στη γεωργία υδάτων.

4. Το δυνητικό πλεόνασμα φωσφόρου στα εδάφη είναι μικρότερο του κοινοτικού μέσου όρου.

5. Η κατάσταση των επιφανειακών υδροφορέων από πλευράς συγκέντρωσης νιτρικών είναι σχετικά καλή και φαίνεται να βελτιώθηκε ελαφρά.

6. Σε λίγες σχετικά μόνο λεκάνες απορροής ένα σημαντικό ποσοστό της ρύπανσης είναι σημειακής μορφής.

7. Η λειτουργία και επέκταση του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης της Ποιότητας των υδάτων.

8. Η Ολοκλήρωση και λειτουργία του θεσμικού πλαισίου για τη διαχείριση των υδατικών πόρων και σε εθνικό επίπεδο.

Σ.Σ. του olivenews.gr. Τα παραπάνω βάζουν σε βαθιές σκέψεις τους ασχολούμενους στον ελαιοκομικό τομέα. Ας μην ξεχνάμε ότι το ελληνικό ελαιόλαδο από το 1980 έως το 2017 έχει “υπερ-επιδοτηθεί με άνω των 26 δις €, σε αποπληθωρισμένες τιμές, μόνο από τον Πρώτο Πυλώνα των άμεσων ενισχύσεων. Το χειρότερο είναι ότι η νοοτροπία αυτή παραμένει με πρόσφατο παράδειγμα τα 140 εκ. € περίπου που μοιράστηκαν χωρίς ουσιαστικά κριτήρια από τον προηγούμενο υπουργό κ. Βορίδη. Άρα, το μεγάλο ερώτημα είναι πώς η ελληνική ελαιοκομία “θα σταθεί στα πόδια της” μέσα στις νέες συνθήκες που θα διαμορφώσει η νέα ΚΑΠ; Παράδειγμα, “Η υψηλή συμμετοχή του ελληνικού ελαιόλαδου στην αξία παραγωγής ΕΕ”, για την οποία διαβάζουμε παραπάνω ναι μεν είναι γεγονός, όμως δεν παύει το ελληνικό ελαιόλαδο να υποφέρει από αδυναμίες (εξάρτηση από το χύμα, υψηλό κόστος, ανεπαρκή θεσμική οργάνωση κ.ά.), που το καθιστούν ευάλωτο στον διεθνή ανταγωνισμό, ο οποίος άλλωστε συνεχώς και οξύνεται.