Η ηγεσία του ΥΠΑΑΤ μιλά στο οlivenews.gr για τις προοπτικές του ελαιοκομικού τομέα

243

Ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μάκης Βορίδης και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου, κ. Γιώργος Στρατάκος, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα – πρόσκληση του Olivenews.gr καταθέτουν τις απόψεις τους, αναφορικά με τις προοπτικές του ελαιοκομικού τομέα την επόμενη δεκαετία. Τοποθετήσεις που γίνονται σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία.

 Μάκης Βορίδης, Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων

«Πρέπει όλοι να δουλέψουμε με ευθύνη, επαγγελματισμό και προς την ίδια κατεύθυνση. Μόνο έτσι θα πετύχουμε».

 «Η ελιά αποτελεί αναμφισβήτητα για την χώρα μας μια παραδοσιακή καλλιέργεια με σημαντική συμβολή στο εισόδημα και στην απασχόληση εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών την ίδια στιγμή που τα προϊόντα και τα παράγωγά της συνιστούν εμβληματικά του ελληνικού πρωτογενούς τομέα αγαθά με ισχυρή εξαγωγική δύναμη και θετικό αντίκτυπο στο Α.Ε.Π. και το εμπορικό μας ισοζύγιο.

Με την χώρα μας να κατέχει διαχρονικά την 3η θέση παγκοσμίως στην παραγωγή ελαιολάδου μετά την Ισπανία και την Ιταλία με τις οποίες καταλαμβάνει επίσης τα ¾ της συνολικής έκτασης της Ε.Ε. με ελαιόδεντρα, ο ελαιοκομικός τομέας αποτελεί σαφέστατα την ναυαρχίδα του πρωτογενούς μας τομέα η οποία κατακτά ολοένα και μεγαλύτερα εδάφη όπως αυτό της γαστρονομίας και της κοσμετολογίας δημιουργώντας περισσότερες προοπτικές ανάπτυξης για όσους δραστηριοποιούνται στους κλάδους αυτούς και μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους για την ελληνική οικονομία.

Ως Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με πίστη στη δυναμική και τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της ελληνικής ελιάς, εργάζομαι σκληρά για την υλοποίηση μιας φιλόδοξης αλλά και απαιτητικής εθνικής στρατηγικής στήριξης του ελαιοκομικού τομέα της χώρας μας. Μιας στρατηγικής, επίκεντρο της κυβερνητικής μας πολιτικής, που εδράζεται στην αναδιάρθρωση του τομέα με την χρήση νέων τεχνολογιών, την γεωργία ακριβείας, τον εξορθολογισμό της διαχείρισης του νερού, την ριζική αναδιοργάνωση της δακοκτονίας, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο φυτοπροστασίας, την αναθεώρηση των Κανονισμών του ΕΛΓΑ και των ΠΣΕΑ, την καλύτερη διαχείριση των αποβλήτων των ελαιοτριβείων, την αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση των επενδύσεων, την διασύνδεση της καινοτομίας και της γνώσης με την παραγωγή καθώς ολοένα και περισσότερα άτομα νέας γενιάς επιστρέφουν στο χωριό και το χωράφι. Και ακόμα με συντεταγμένες δράσεις  προς την δημιουργία «ελληνικού σήματος» για το λάδι που θα καθιερωθεί στις διεθνείς αγορές και στις συνειδήσεις των καταναλωτών εντός και εκτός Ε.Ε., την προώθηση των εξαγωγών, την διαφοροποίηση των προϊόντων με έμφαση στην παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας αγαθών.

Ήδη από το Υπουργείο έχουν καταγραφεί τα μορφολογικά χαρακτηριστικά ενός μεγάλου αριθμού ποικιλιών ελιάς και πολύ σύντομα θα προχωρήσουμε στην πιστοποίηση ποικιλιών πολλαπλασιαστικού υλικού για την ελιά.

Χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμα για να φέρουμε την Ελληνική ελιά και το Ελληνικό ελαιόλαδο στην θέση που τους αξίζει. Ναι, οι προοπτικές του ελαιοκομικού τομέα είναι μεγάλες, αλλά εξίσου μεγάλες είναι και οι προκλήσεις. Το μέλλον απαιτεί προσαρμογή στα νέα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής, του Brexit, της εμφάνισης νέων παικτών στο παιχνίδι του παγκοσμίου εμπορίου, των  απαιτήσεων του καταναλωτικού κοινού για ποιότητα, ασφάλεια και διαφοροποίηση των τροφίμων.

Και ναι η κυβέρνηση και το Υπουργείο κάνουν την δουλειά τους αλλά μην ξεχνάμε ότι «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Πρέπει όλοι να δουλέψουμε με ευθύνη, επαγγελματισμό και προς την ίδια κατεύθυνση. Μόνο έτσι θα πετύχουμε.

Η Ελλάδα διαθέτει έναν τεράστιο γενετικό και θαυμαστό πλούτο όσον αφορά την πιο μακραίωνη δενδρώδη καλλιέργεια της Μεσογείου.

Το «χρυσό υγρό» κατά τον Όμηρο και ο «μέγας θεραπευτής» κατά τον Ιπποκράτη μπορούν να αποτελέσουν την ατμομηχανή της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, της Μεσογειακής γαστρονομίας και της εξειδικευμένης κοσμετολογίας.

Είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσουμε».

Γιώργος Στρατάκος, Γενικός Γραμματέας ΥΠΑΑΤ

«Υπεραξία στο ελαιόλαδο δύνανται να προσδώσουν πολιτικές που στόχο θα έχουν την ποιοτική ανάδειξη του ελαιολάδου της πατρίδας μας, όπως η ανάδειξη και άλλων ελληνικών ελαιολάδων ως ΠΟΠ ή ΠΓΕ»

«Ιστορικές αναφορές ισχυρίζονται ότι το ελαιόδεντρο εξελίχθηκε περί το 4.500 π.Χ. στην Ανατολική Μεσόγειο και στη συνέχεια διαδόθηκε στο Αιγαίο, την Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα. Διατυπώνεται όμως και η θεωρία ότι η ελιά εξημερώθηκε στην Κρήτη. Ούτως ή άλλως, όμως, γίνεται αντιληπτό ότι το δέντρο της ελιάς υπήρξε από τα πανάρχαια χρόνια στον Ελλαδικό χώρο και το ελαιόλαδο είχε πάντοτε μεγάλη σημασία στη διατροφή του ανθρώπου. Υπήρξαν, βέβαια, από τότε, σημαντικές αναφορές στις πάμπολλες θεραπευτικές τους ιδιότητες, στην κατασκευή σαπουνιών, αλοιφών, καταπλασμάτων κλπ., καθώς και στην επίδραση του στο πολιτισμικό του περιβάλλον, αφού είναι αμέτρητα τα ποιήματα, τα τραγούδια, οι παροιμίες, οι ζωγραφικοί πίνακες κλπ. που εστιάζουν και βασίζονται στην ελιά και στο λάδι.

Η ελιά καλλιεργείται κυρίως στην λεκάνη της Μεσογείου (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Τυνησία, Μαρόκο, Τουρκία, Συρία, κα.), όπου και παράγεται το τεράστιο ποσοστό του ελαιολάδου παγκοσμίως. Η χώρα μας έχει το πλεονέκτημα να παράγει, υπό φυσιολογικές συνθήκες, το περισσότερο ποσοστιαία έξτρα παρθένο ελαιόλαδο (περί το 80% της συνολικής παραγωγής της).

Οι άλλες ελαιοκομικές χώρες απέχουν σημαντικά από το υψηλό αυτό ποσοστό. Αυτό οφείλεται στα λίαν ιδιαίτερα μικροκλίματα των ελαιοκομικών περιοχών της, στον πολυποικιλιακό ελαιώνα της από γηγενείς ποικιλίες (που κάποιες εξ αυτών είναι και πανάρχαιες), στο ανάγλυφο του εδάφους της, στη νησιωτικότητα και σε άλλους παράγοντες που καθιστούν το ελληνικό ελαιόλαδο ένα προϊόν, ιδιαίτερα ποιοτικό με σαφή υπεροχή έναντι των υπολοίπων.

Η ανάδειξη της υπεροχής αυτής του ελληνικού ελαιολάδου πρέπει να αποτελέσει το πρώτιστο μέλημα, ούτως ώστε να ενισχύσει την ήδη υπάρχουσα φήμη του και να διεισδύσει στις αγορές του εξωτερικού, στις οποίες σήμερα κατέχει μικρό ποσοστό (περί 3%). Ο παγκόσμιος νόμος της διαμόρφωσης των τιμών βάσει της προσφοράς και της ζήτηση ισχύει σαφώς και στο ελαιόλαδο, αφού αναλόγως των καιρικών, κυρίως, συνθηκών η προσφορά υπολείπεται της ζήτησης ή υπερβάλει αυτήν. Όπως είναι φυσικό, αυτή η παγκόσμια ρευστότητα επηρεάζει καταλυτικά και το ελληνικό ελαιόλαδο, αφού κινείται ως ένα χρηματιστηριακό προϊόν στην αγορά.

Απαιτείται, λοιπόν, προστασία του, με  παραγωγή κατ’ αρχάς υγιούς καρπού, απαλλαγμένου από τα βάρη επιβαρύνσεων από ακατάλληλους χειρισμούς των ελαιοκαλλιεργητών και σωστή έκθλιψη του ελαιοκάρπου, με όλους τους κανόνες της τεχνικής και της επιστήμης, προς παραγωγή ελαιολάδου.

Επέκεινα, την υπεραξία δύνανται να την προσδώσουν πολιτικές που στόχο θα έχουν την ποιοτική ανάδειξη του ελαιολάδου της πατρίδας μας. Κάποιες εξ αυτών είναι η ανάδειξη και άλλων ελληνικών ελαιολάδων ως ΠΟΠ ή ΠΓΕ, με απαραίτητη προϋπόθεση την διόρθωση των αδυναμιών εφαρμογής τους αυτά τα 25 περίπου χρόνια, στον ελληνικό χώρο, η διαφοροποίηση του μέσω πιστοποίησης πρότυπων καλλιέργειας, επεξεργασίας και τυποποίησης, η αξιοποίηση περιβαλλοντικών προτύπων κ.ά. Αφού γίνουν αυτές οι κατάλληλες επιλογές θα πρέπει παραγωγοί, ειδικοί περί την ελαιοκομία και το ελαιόλαδο τεχνικοί (γεωπόνοι, χημικοί), φορείς πιστοποίησης, σύμβουλοι ποιότητας και βεβαίως, η Πολιτεία (επενδύοντας και στην συνεχώς διογκούμενη παγκόσμια αγωνία των καταναλωτών λόγω των διατροφικών σκανδάλων), να στοχεύσουν συνεργαζόμενοι στην δημιουργία ενός Πρότυπου, που θα αναδεικνύει την υπεροχή του ελληνικού ελαιολάδου.

Έτσι, θα δημιουργηθούν οι βάσεις, μέσω των οποίων θα παύσει το ελληνικό ελαιόλαδο να συναρτάται άμεσα από τις πολυποίκιλες αντιδράσεις των αγορών. Άλλωστε, η πιστοποίηση αυτή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την ανάδειξη του ως ιδιαίτερου ποιοτικού προϊόντος και θα το εκτοξεύσει, τηρουμένων των αναλογιών, ως τυποποιημένου πλέον, στο δικαίωμα της υπεραξίας που δικαιούται ως εξαιρετικής ποιότητας προϊόν στην παγκόσμια αγορά».