Περί ελληνικής γλώσσας ή Μποστ, τι σου ’μελλε να πάθεις(upd)

30

Πόσοι ελληνόφωνοι, απόφοιτοι της μέσης ή και της ανωτάτης εκπαίδευσης, μπορούν σήμερα να αντιληφθούν τα παιχνίδια του Μποστ με την καθαρεύουσα; Η έκλαμψη μου ήρθε όταν διάβασα σχόλιο «τι υπέροχη καθαρεύουσα». Ήταν στο YouTube κάτω από τη «Νήσο των Αζορών». Διαδίκτυο θα μου πείτε. Όλα να τα περιμένει κανείς.

Για να αντιληφθείς την αξία του Μποστ, δεν φτάνει να ξέρεις γραμματική ή ορθογραφία. Αν τον κρίνεις βάσει κανόνων, τότε θα συμπεράνεις πως ήταν ανορθόγραφος, που μπέρδευε και τους γραμματικούς τύπους επιπλέον. «Ενας νέος και μια νέα, ωραιότατα παιδιά, φθάνουν κολυμβών γενναία εις πλησίον αμμουδιά». Τι είναι αυτό που δεν σου επιτρέπει να πάρεις το κόκκινο μολυβάκι για να υπογραμμίσεις το λάθος; Είναι το ύφος. Πώς δημιουργείται αυτό το ύφος που νομιμοποιεί τις ανορθογραφίες και τα λάθη, τα οποία όμως παράγουν σημασία; Έλα ντε. Είναι όλα αυτά τα στοιχεία που κάνουν τη γλώσσα, ως εργαλείο έκφρασης –αισθημάτων, σκέψης–, να διαφέρει από τη γλώσσα ως εργαλείο επικοινωνίας.

Για να το πω πολύ χοντρά, τα αγγλικά των αεροδρομίων από τα αγγλικά του Ντίκενς.

Ή, για να το φέρω στα καθ’ ημάς. Είναι η διαφορά ανάμεσα στη «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου και στον Σολωμό. Ο υπέροχος Βυζάντιος γράφει μια κωμωδία με την ασυνεννοησία των πολιτών του κρατιδίου. Ο καθένας μιλάει τη διάλεκτό του. Τα «κουράδια» του Κρητικού είναι τα πρόβατα, ενώ του Αρβανίτη είναι τα δικά μας κουράδια. Τα ελληνικά το 1832 δεν λειτουργούν ως εργαλείο επικοινωνίας. Λειτουργούν όμως ως εργαλείο έκφρασης. Την ίδια εποχή ο Σολωμός γράφει μια ποίηση που θα προγραμματίσει την ποιητική ευαισθησία όσων ακολουθούν. Εκφράζεται στη γλώσσα του, όπως και ο Κάλβος στη δική του, κι ας απέχουν η μία από την άλλη. Για τους ποιητές μας και τους συγγραφείς μας δεν υπήρξε γλωσσικό πρόβλημα.

Η γλώσσα ως όργανο έκφρασης δεν αφορά μόνον τους λογοτέχνες. Αλλιώς οι λογοτέχνες θα ήσαν ένα διακοσμητικό έπιπλο της κοινωνικής ζωής, απ’ αυτά που σκέφτεσαι να ξεφορτωθείς στην πρώτη μετακόμιση. Όπερ και εγένετο, όταν η εκπαίδευση αποφάσισε να μετακομίσει στο πέλαγος της περιστασιακής προόδου. Ο οστρακισμός της διδασκαλίας της καθαρεύουσας από τη μέση εκπαίδευση ήταν στην πραγματικότητα κατάργηση της διδασκαλίας των ελληνικών ως όργανο έκφρασης, όργανο που παράγει αίσθημα, σκέψη, ευαισθησία.

Ένα από τα επιχειρήματα των δημοτικιστών ήταν ότι η γλώσσα της πολιτείας, στην καθαρεύουσα, ήταν άλλη από τη γλώσσα των πολιτών της, τη δημοτική. Ετσι καταργήθηκε η τρίτη κλίση, οι μετοχές αναλύθηκαν εις τα εξ ων συνετέθησαν και το απαρέμφατο φώλιασε στον επιστημονικό λόγο ως απαραίτητο για την αφηρημένη σκέψη. Τα κείμενα της διοίκησης στη δημοτική παρέμειναν εξίσου ακατανόητα κι ας είναι γραμμένα στη δημοτική. Το αποτέλεσμα είναι ότι κατασκευάσαμε ένα γλωσσικό ιδίωμα χωρίς ιστορική προοπτική και, το κυριότερο, του αφαιρέσαμε τη δυνατότητα παραγωγής αισθήματος. Και πάλι οι λογοτέχνες εξαιρούνται, όμως στα παιδιά μας δεν διδάσκουμε λογοτεχνία. Διδάσκουμε μια γλώσσα χωρίς δυνατότητες παραγωγής ύφους, άρα αισθήματος, κατάλληλη μόνον για τη συγγραφή έκθεσης ιδεών, κοινώς για την αναπαραγωγή προκατασκευασμένων απόψεων. Δεν είναι τυχαίο ότι τα Ελληνόπουλα πατώνουν στην κατανόηση κειμένου.

Το ερώτημα είναι αν η επικοινωνία, δηλαδή η συνεννόηση, μπορεί να λειτουργήσει χωρίς το υπόβαθρο του κοινού αισθήματος. Αν η περίφημη κατανόηση του «άλλου» μπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς τον Μοσκώβ-Σελήμ του Βιζυηνού. Έχει αυτό που λείπει από τις διακηρύξεις των πολιτικών και τα ηλίθια φληναφήματα των «αλληλέγγυων». Πάνε να φτιάξουν έναν ανθρωπισμό αγνοώντας τα όργανα του ανθρωπισμού. Αλαζόνες; Τεμπέληδες; Απλώς αγράμματοι;

Κάποτε θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η αδυναμία μας να συνεννοηθούμε οφείλεται στο καθεστώς της αγλωσσίας. Ο κ. Τσίπρας δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Το ίδιο θα μπορούσα να πω και για πολλούς πολιτικούς του αντιπάλους. Αναρωτιέμαι όμως πόσοι απ’ αυτούς αντιδρούν όταν τον ακούν να λέει ότι στην Κατοχή ακούγαμε Ντόιτσε Βέλε. Γλωσσική παραδρομή, ιστορική άγνοια ή μήπως γλωσσική αναισθησία; Μιαν άποψη ήθελε να διατυπώσει ο άνθρωπος και προκειμένου να την υπηρετήσει, οι λέξεις και τα ονόματα δεν υπάρχουν παρά για να την υπηρετήσουν.

Φτιάξαμε την καθαρεύουσα της αναίσθητης δημοτικής. Μια γλώσσα ρηχή χωρίς ύφος. Οπου ακόμη και το χιούμορ ή ο σαρκασμός είναι φτιασίδια. Και τη φτιάξαμε επειδή με την αλαζονεία μας θεωρήσαμε ότι είμαστε ισχυρότεροι από τη γλώσσα μας η οποία είναι ενιαία και περιλαμβάνει και τη δημοτική και την καθαρεύουσα. Την ύβριν μας την πληρώνουμε με την τυραννία του τραμπουκισμού. Όπου τραμπουκισμός είναι η εξίσωση της λέξης με την πέτρα. Όταν η λέξη χάσει το ύφος της, γίνεται πέτρα.

Α ρε Μποστ, τι σου ’μελλε να πάθεις.

Πηγή: του Τάκη Θεοδωρόπουλου από «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»