Τα βήματα για να κατακτήσει το ελληνικό ελαιόλαδο τη διεθνή αγορά

97

Ανεκμετάλλευτες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό οι τεράστιες δυνατότητες του ελληνικού ελαιόλαδου, παρότι η Ελλάδα αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Την ίδια στιγμή νέες χώρες αναδύονται στο προσκήνιο, διεκδικώντας μερίδιο στην παγκόσμια αγορά, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις του χώρου, Ισπανία και Ιταλία, κερδίζουν διαρκώς έδαφος χάρη στη συμπαγή στρατηγική που έχουν φιλοτεχνήσει εδώ και δεκαετίες, χωρίς ταλαντεύσεις και πισωγυρίσματα. «Τις πταίει» λοιπόν και δεν έχει αξιοποιηθεί το μοναδικό αυτό προϊόν; Ποια είναι τα εμπόδια και πώς θα μπορούσαν να ξεπεραστούν; Τι θα πρέπει να γίνει για να αποκτήσει η όλη προσπάθεια νέα δυναμική;

Η Οικονομική απευθύνθηκε σε έμπειρους ανθρώπους του χώρου, με βαθιά γνώση και πορεία στον κλάδο, και κατέγραψε τα προβλήματα αλλά και τα βήματα που πρέπει να γίνουν προκειμένου το υγρό χρυσάφι της ελληνικής γης, όπως το χαρακτήρισε ο Όμηρος, να βρει τη θέση που του αξίζει στη διεθνή αγορά, προς όφελος των Ελλήνων παραγωγών και της ελληνικής οικονομίας.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποίησης Ελαιολάδου, Γρηγόρης Αντωνιάδης, υποστηρίζει ότι το μέλλον του επώνυμου ελληνικού ελαιολάδου βρίσκεται στο εξωτερικό: «Έχουμε σταθερά προσανατολισμένο το βλέμμα μας στις εξαγωγές, με δεδομένο ότι η εσωτερική αγορά ελαιολάδου αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, κυρίως από τη παράνομη διακίνηση χύμα προϊόντος. Οι προοπτικές στο εξωτερικό είναι θετικές και βλέπουμε τα τελευταία χρόνια να υπάρχει ανοδική πορεία και να αποδίδουν οι ενέργειες προώθησης που κάνουμε στις διεθνείς αγορές. Μάλιστα, η φετινή παραγωγή φαίνεται πως θα είναι εξαιρετική και από πλευρές ποσότητας και ποιότητας και ευελπιστούμε για το καλύτερο. Σήμερα, οι εξαγωγές τυποποιημένου ελαιολάδου ανέρχονται σε 40.000 τόνους από περίπου 20.000 τόνους που ήταν πριν από περίπου πέντε χρόνια και ο στόχος μας είναι να φθάσουμε στους 70.000 με 80.000 τόνους μέσα στην επόμενη πενταετία.

Η CEO της AGRO.VI.M, Ευγενία Γυφτέα θεωρεί κομβικής σημασίας τη δημιουργία υποδομών (και ειδικότερα όσον αφορά το ελαιόλαδο, εγκαταστάσεων συσκευασίας) ώστε η χώρα να εκμεταλλευθεί τη γεωργική παραγωγή ελαιόλαδου, η οποία σύμφωνα με τη Eurostat αντιπροσωπεύει σχεδόν το 1/10 της ελληνικής γεωργικής παραγωγής. Κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με την Ευ. Γυφτέα, είναι η διασφάλιση της ποιότητας της πρώτης ύλης, η οποία έχει υποβαθμιστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

«Ο ελαιοπαραγωγός οφείλει να διατηρήσει την ποιότητα που του παρέχει η φύση, αλλά και να λάβει μέτρα για να προφυλαχτεί από τους κινδύνους», επισημαίνει χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως τελευταία στα ελληνικά ελαιόλαδα εντοπίζονται φυτοφάρμακα και άλλες ουσίες που τείνουν να απαγορευθούν από αρκετά τρόφιμα. Η σταθεροποίηση της ποιότητας, σύμφωνα με την ίδια, θα προέλθει μέσα από την υποστήριξη των ελαιοτριβείων και την καλύτερη διαχείριση της πρώτης ύλης, ώστε να γίνεται η έκθλιψη άμεσα και με τα καλύτερα μέσα για την προστασία της ποιότητας. Από εκεί και πέρα, χρειάζεται να γίνουν επενδύσεις από τις μεσαίες και μεγάλες βιομηχανίες ελαιόλαδου για την ανάπτυξη νέων προϊόντων, όπως βιολογικών, με την υποστήριξη των επιστημόνων, ενώ και οι τυποποιητές θα πρέπει να προσαρμοστούν με τη σειρά τους στις απαιτήσεις της αγοράς. Η Ευ. Γυφτέα θεωρεί πως η αποκατάσταση της σταθερότητας στην οικονομία σε συνδυασμό με μέτρα για τη μείωση του κόστους παραγωγής και τυποποίησης και την υποστήριξη της ποιότητας του προϊόντος από τον παραγωγό μπορούν να τονώσουν τις πωλήσεις των επώνυμων προϊόντων ελαιόλαδου. Και αυτό παρότι το brand name της Ελλάδας δέχθηκε σημαντικό πλήγμα την τελευταία δεκαετία, τη στιγμή που ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής μας στο ελαιόλαδο, η Ιταλία (το product of Italy, packed in Italy), παραμένει ένα πανίσχυρο brand name.

 

 

Πηγή: Οικονομική Επιθεώρηση