Ο πλανήτης στο φούρνο μικροκυμάτων (επισήμως) εδώ και 120 χρόνια

257

 Αν κάτι χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος, είναι η συνεχής υποτίμηση των επιπτώσεων των πράξεων του. Δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένος να μάθει από τα λάθη του, ούτε καν να τα αναγνωρίσει. Ευτυχώς όμως η επιστημονική κοινότητα πάντα ανακαλύπτει νέα δεδομένα, που όταν έρχονται στην δημοσιότητα προκαλούν πονοκέφαλο και αποδεικνύουν το πόσο λίγα πραγματικά ξέρουμε για τις επιπτώσεις των πράξεών μας στο φυσικό περιβάλλον και έμμεσα και σε μας τους ίδιους. Ερευνητές στις Η.Π.Α. αντιλήφθηκαν τη φυσική αδυναμία του ανθρώπου να πειστεί από μαθηματικά μοντέλα και στατιστικά δεδομένα για το μέγεθος της περιβαλλοντικής καταστροφής τα τελευταία χρόνια και έτσι αποφάσισαν να βρουν τα στοιχεία στον πραγματικό κόσμο που να αποδεικνύουν την ορθότητα των δεδομένων που έχουν ήδη εξαχθεί.

 «Ρωτήσαμε τους εαυτούς μας αν ο πραγματικός κόσμος μας επαληθεύει, και η απάντηση που λάβαμε είναι ναι. Το κύριο συμπέρασμα που βγάλαμε είναι ότι η κλιματική αλλαγή άρχισε να επηρεάζει τα παγκόσμια μοτίβα ξηρασίας από τις απαρχές του 20ου αιώνα. Προβλέπουμε αυτά τα μοτίβα να συνεχίσουν να εμφανίζονται εντεινόμενα όσο συνεχίζεται η κλιματική αλλαγή», ήταν το συμπέρασμα που έβγαλε ένας από τους συγγραφείς της έρευνας Μπέντζαμιν Κουκ, η οποία δημοσιεύτηκε αρχές Μαΐου στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Νature. 

 Ένα οποιοδήποτε κομμάτι της Γης, (ακόμα και η έρημος Σαχάρα) , στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος και μήκος, περνάει περιόδους αυξημένης  και μειωμένης υγρασίας. Κάποιες μπορεί να κρατούν λίγες μέρες και κάποιες άλλες χιλιάδες χρόνια. Η φύση διαθέτει μηχανισμούς φυσικής ανακύκλωσης της υγρασίας του εδάφους και αποτροπής της μόνιμης ξήρανσης του. Για παράδειγμα μετά από μια περίοδο έντονης ζέστης, η υγρασία του εδάφους έχει μειωθεί και η ποσότητα αυτή του νερού έχει μεταφερθεί στην ατμόσφαιρα. Ένας θερμότερος αέρας μπορεί να κρατήσει περισσότερη υγρασία και να οδηγήσει σε αυξημένες βροχοπτώσεις ή χιονοπτώσεις κάποια άλλη χρονική στιγμή, φέρνοντας ξανά σε ισορροπία την κατανομή της υγρασίας του εδάφους. Ένας ιδιαίτερα θερμός αέρας όμως, μπορεί να απορροφήσει μεγαλύτερο ποσοστό υγρασίας από το έδαφος από όσο θα έπρεπε και να το μεταφέρει αλλού, σταδιακά ξηραίνοντας το έδαφος και υγραίνοντας περισσότερο ένα άλλο.

 Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε, αποδεικνύει για πρώτη φορά, το μέγεθος της ζημιάς που πραγματοποιούν τα αέρια του θερμοκηπίου στο Υδροκλίμα. Υδροκλίμα ορίζεται ως η ανάλυση των φυσικών (pH,θερμοκρασία) και χημικών (συγκεντρώσεις ιόντων και στοιχείων) παραγόντων, που καθορίζουν τα ζωτικής φύσεως (και μη) χαρακτηριστικά ενός υδρόβιου οικοσυστήματος. Οι επιστήμονες, κατά κανόνα, συμφωνούν ότι καθώς η κλιματική αλλαγή και η αύξηση της θερμοκρασίας εντείνεται, οι ξηρές περιοχές θα συνεχίσουν να μετατρέπονται σε ξηρότερες και ο υγρές θα συνεχίσουν να μετατρέπονται σε υγρότερες. Οι περιοχές που ξηραίνονται με έντονους ρυθμούς είναι περιοχές όπως η Βόρεια και Κεντρική Αμερική, η Ευρώπη, και τα παράλια της Μεσογείου Θάλασσας, ενώ οι περιοχές που γίνονται όλο και πιο υγρές είναι η Ινδία και ένα μεγάλο κομμάτι της Νότιας και Ανατολικής Ασίας καθώς και η Αλάσκα.

Πηγή: Marvel et al., Nature, 2019

 

 Η εικόνα είναι άκρως ενδιαφέρουσα αλλά εξίσου ανησυχητική. Μας δείχνει ότι η περιοχή της Μεσογείου είναι η περιοχή με το πιο μεγάλο και επιταχυνόμενο ρυθμό ξήρανσης σε ολόκληρο τον κόσμο. 

 Ακόμα πιο ενδιαφέρον όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο οι επιστήμονες κατέληξαν σε αυτά τα συμπεράσματα. Αντί να στηριχθούν αποκλειστικά σε ήδη υπάρχουσες  μακροχρόνιες παρατηρήσεις και υπολογιστικά μοντέλα, έφτιαξαν τα δικά τους δεδομένα. Χρησιμοποίησαν κομμάτια κορμών δέντρων πολλών εκατονταετιών (πριν την ανάπτυξη των βιομηχανικών δραστηριοτήτων) και τις ιδιότητες των δαχτυλιδιών τους , για να μετρήσουν ποσοστά υγρασίας στα εδάφη που ήταν ριζωμένα αυτά τα δέντρα και να βρουν μοτίβα εναλλαγής ποσοστών υγρασίας στα αντίστοιχα εδάφη προκειμένου να έχουν αντικειμενικά κριτήρια σύγκρισης με δέντρα και τα δαχτυλίδια αυτών του 20ου αιώνα. Ήθελαν να διαπιστώσουν, εάν τα υπολογιστικά δεδομένα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το τελικό συμπέρασμα δικαιώνει πανηγυρικά τα μαθηματικά μοντέλα και τα συμπεράσματά τους.

 Τα επιστημονικά δεδομένα που ελήφθησαν από την έρευνα αυτή είναι αρκετά. Τα νέα δεδομένα, χωρίζουν την περίοδο από το 1900 έως το σήμερα σε τρεις περιόδους. Η Πρώτη, είναι η χρονική περίοδος από το 1900 μέχρι και το 1949. Σύμφωνα με την έρευνα, τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής ήταν εμφανέστατα τότε πιο πολύ από την συνέχεια. Όπως ακριβώς προβλέπεται από τα μοντέλα, έντονη ξηρασία εντοπίστηκε στην Αυστραλία ,στο μεγαλύτερο μέρος της Βόρειας και κεντρικής Αμερικής, στην Ευρωπαϊκή Ρωσία, Ευρώπη γενικότερα και περιοχή της Μεσογείου, καθώς και στην Νοτιοανατολική Ασία. Παράλληλα, μέρος της Κίνας, η Ινδία, ο Καναδάς, η Ινδονησία και κομμάτι της  Κεντρικής Ασίας απέκτησε μεγαλύτερα ποσοστά υγρασίας.

 Η Δεύτερη περίοδος, αυτή από το 1950 έως και  το 1975, είναι μία λανθάνουσα περίοδος κατά την οποία οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της υπερθέρμανσης του πλανήτη, δεν ήταν όσο εμφανείς όσο στην προηγούμενη περίοδο. Οι επιστήμονες πιστεύουν, ότι η αιτία αυτής έλλειψης εμφάνισης των προβλημάτων, ήταν η τερατώδους διαστάσεων διάχυση χημικών (με την μορφή αεροζόλ) στο περιβάλλον, καθώς δεν υπήρχαν εκείνη την περίοδο οι νομικοί περιορισμοί που επεβλήθησαν στην συνέχεια. Τα χημικά αυτά μπλόκαραν το ηλιακό φως ανόμοια στην επιφάνεια της γης, δημιουργώντας μη λογικές κατανομές υγρασίας και προκαλώντας ασύνδετα καιρικά φαινόμενα. Καθώς δεν υπήρχαν αξιόπιστα στατιστικά και εμπειρικά στοιχεία εκείνη την περίοδο σχετικά με την δράση των αερίων του θερμοκηπίου και με δεδομένη την δράση των χημικών των αεροζόλ που κρύβουν την δράση του φαινομένου του θερμοκηπίου, δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι η κλιματική αλλαγή ήταν πιο ασήμαντη από όσο παρουσιαζόταν να είναι.

 Η Τρίτη περίοδος, αρχίζει από το 1976 και διαρκεί μέχρι και σήμερα. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 ξεκίνησαν οι περιορισμοί όσον αφορά την χρήση των αεροζόλ και των χημικών τους. Πολύ γρήγορα η χρήση τους μειώθηκε ραγδαία. Παράλληλα όμως, τα αέρια του θερμοκηπίου συνέχιζαν να αυξάνονται και πια μπορούσε ολοένα και πιο εύκολα να ανιχνευτεί η δράση τους και οι συνέπειες αυτών στο περιβάλλον.

 Το εξαιρετικά ανησυχητικό με αυτήν την συγκεκριμένη έρευνα, είναι ότι προβλέπει απόλυτη (και πιθανώς μόνιμη) ξήρανση σε περιοχές που στις μέρες μας είναι κέντρα πρωτογενής παραγωγής (Βόρεια Αμερική και Ευρώπη). Η έρευνα επίσης εξηγεί, πως οι βροχοπτώσεις θα παραμείνουν ίδιες στην Δυτική Ευρώπη, το Μεξικό και τις Η.Π.Α. και πιθανώς μπορεί ακόμα και να αυξηθούν. Αυτό που είναι το πιο ανησυχητικό για μας ως χώρα και τρομάζει στην σκέψη και μόνο , είναι ότι τα αποτελέσματα προβλέπουν παράλληλη μείωση βροχοπτώσεων στην περιοχή της Μεσογείου, όσο και αύξηση της μέσης θερμοκρασίας που θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη απορρόφηση νερού από το έδαφος. Πιστεύεται ότι αυτή η διπλή «μάστιγα», έχει ήδη οδηγήσει στην ξηρασία του 2006 με 2010 στην Συρία που είχε ως έμμεση συνέπεια τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο της χώρας ,από τον οποίον δεν έχει ακόμα καταφέρει να ορθοποδήσει. Πέραν αυτών, τα αποτελέσματα της έρευνας προβλέπουν αύξηση των βροχοπτώσεων και της υγρασίας για χώρες, όπως η Ινδία, το οποίο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως είναι θετικό φαινόμενο, αλλά με δεδομένη την τοπογραφία της χώρας (βρίσκεται στο μονοπάτι των μουσώνων που μαζεύουν υγρασία από τον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό), θα μπορούσαν να συμβούν συχνά ακραία καιρικά φαινόμενα και παράλληλη καταστροφή σοδειών.

Την έρευνα πραγματοποίησαν οι: 

 Céline Bonfils – Benjamin Cook -Paul Durack  – A. Park Williams – Jason Smurdon – Kate Marvel

Πηγή: Πανεπιστήμιο Κολούμπια