Διαπιστώσεις και προτάσεις Ελαϊκής Πολιτικής – Μέρος Τρίτο

0
149
Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση από το αρχείο του ελαιοτριβείου Κύκλωπας

ΙΙ. Ελαιοτριβείο (Ελαιουργείο) – Πυρηνελαιουργείο

Το ελαιοτριβείο αποτελεί τον πιο κρίσιμο τομέα της αγροδιατροφικής αλυσίδας του ελαιολάδου. Πρώτον, γιατί καθορίζει την ποιότητα του προϊόντος (με την προϋπόθεση ότι από την καλλιέργεια έχουμε παραλάβει φρέσκο, υγιή ελαιόκαρπο). Δεύτερον, γιατί λόγω του σχετικά περιορισμένου αριθμού τους είναι το μόνο εφικτό σημείο παρακολούθησης και ελέγχου του προϊόντος από την άποψη της ιχνηλασιμότητας, των διακινούμενων ποσοτήτων, της εφαρμογής κανόνων.

II.α. Κοινή άλεση

Η κοινή (ή συνεχής) άλεση αποδεδειγμένα αποτελεί τον άριστο τρόπο λειτουργίας των ελαιοτριβείων, γιατί επιτυγχάνει μείωση του κόστους έκθλιψης (άρα και του παραγόμενου ελαιολάδου), όπως και σημαντική βελτίωση της ποιότητας του ελαιολάδου. Γι’ αυτό άλλωστε και εφαρμόζεται σε Ισπανία και Ιταλία. Στην Ελλάδα προσκρούει περισσότερο σε λαθεμένες νοοτροπίες των ελαιοπαραγωγών, αλλά και στην έλλειψη ενδιαφέροντος της πολιτείας (του ΥΠΑΑΤ) να την προωθήσει, ενημερώνοντας ελαιοπαραγωγούς και ελαιοτριβείς, αλλά και συνδέοντας την κοινή άλεση με νέα χρηματοδοτούμενα προγράμματα εκσυγχρονισμού των ελαιοτριβείων.

Σχετικό με το παραπάνω είναι η γενικότερη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας των ελαιοτριβείων, άρα μια διαρκής πολιτική η οποία να συνδυάζει την επιμόρφωση και ενημέρωση με αυστηρούς ελέγχους.

II.β. Ελαιουργικά μηχανήματα

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές επενδύσεις – κυρίως μέσω χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων – για τον εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού εξοπλισμού των ελαιοτριβείων, ο οποίος πρέπει να θεωρείται πως βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο τουλάχιστον στη μεγάλη πλειοψηφία των εργοστασίων. Για τη βελτίωση της ποιότητας του παραγόμενου ελαιολάδου, σήμερα, η προσοχή στρέφεται στην τήρηση των κανόνων ορθής βιομηχανικής πρακτικής (βλέπε Κεφάλαιο 17 της «Εγκυκλοπαίδειας Ελαιοκομίας: το ελαιόλαδο»). Ωστόσο, καθώς η επιστήμη και η τεχνολογία εξελίσσονται, μπορούμε να προβλέψουμε ότι είναι θέμα χρόνου να δει ο κλάδος μια πραγματική «επανάσταση» (βλέπε Κεφάλαιο 18 της «Εγκυκλοπαίδειας Ελαιοκομίας: το ελαιόλαδο»).

II.γ. Απόβλητα ελαιοτριβείων (λιόζουμα, κατσίγαροι)

Κατά καιρούς και κατά τόπους αποτελεί πηγή διαμάχης μεταξύ των ελαιοτριβείων με τους ΟΤΑ και τις τοπικές κοινωνίες. Παρά το γεγονός ότι έχουν δαπανηθεί τεράστια ποσά σε ερευνητικά προγράμματα και μελέτες, τελικά δεν έχουν καταλήξει σε μία λύση κοινά αποδεκτή, αποτελεσματική, και – κυρίως – οικονομικά βιώσιμη. Το πρόβλημα επιτείνεται από τη συναρμοδιότητα υπουργείων και οργανισμών. Άρα θα πρέπει να υπάρξει μια συνολική επανεξέταση προκειμένου να προκύψει μια τελική εφαρμόσιμη λύση και η οποία θα αποτελέσει τη βάση για την επιβολή τυχόν ποινών στα ελαιοτριβεία που την παραβιάζουν. Αξίζει να εξετασθεί περισσότερο η μέθοδος της φερτάρδευσης (βλέπε Κεφάλαιο 19 της «Εγκυκλοπαίδειας Ελαιοκομίας: το ελαιόλαδο»).

II.δ. Φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις

Παρομοίως όπως αναφερθήκαμε παραπάνω για τους αγρεργάτες, και εδώ, στις συναλλαγές μεταξύ ελαιοτριβείου – παραγωγού ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραοικονομίας, καθώς και οι δύο πλευρές έχουν το κίνητρο της αποφυγής της (υπερβολικής) φορολόγησης. Επιπλέον της απώλειας δημόσιων εσόδων δημιουργούνται κίνδυνοι να «σκάσουν κανόνια» σε βάρος ελαιοπαραγωγών. Υπάρχουν σχετικές προτάσεις, όπως π.χ. οι εμπορικές συναλλαγές του χύμα ελαιολάδου να πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικών λογαριασμών ανεξαρτήτως ποσού, από το πρώτο ευρώ. Το ζήτημα συνδέεται με το «5λιτρο του παραγωγού» (βλέπε παρακάτω ΙΙΙ.β., ), της χύμα εμπορίας (βλέπε παρακάτω VI), καθώς και της ιχνηλασιμότητας (βλέπε Διαπιστώσεις και προτάσεις Ελαϊκής Πολιτικής – Μέρος Τέταρτο, VIII).

ΙΙ.ε. Πυρηνελαιουργείο

Γύρω από τα πυρηνελαιουργεία (βλέπε Κεφάλαιο 26 «Εγκυκλοπαίδειας Ελαιοκομίας: το ελαιόλαδο») στην Ελλάδα κυκλοφορούν διάφορες παρεξηγήσεις και μύθοι. Τα περίπου 2.000 ελαιοτριβεία παράγουν παρθένο ελαιόλαδο και είτε χωριστά τον ελαιοπυρήνα και τα απόβλητα (λιόζουμα, κατσιγάρους), στην περίπτωση των τριών φάσεων, είτε μαζί τον ελαιοπυρήνα με τα απόβλητα, στην περίπτωση των δύο φάσεων. Αυτός ο πυρήνας, προερχόμενος από τα ελαιοτριβεία είτε των τριών είτε των δύο φάσεων, καταλήγει στα 20 περίπου πυρηνελαιουργεία, τα οποία επεξεργάζονται και παράγουν το ακατέργαστο (μπρούτο) πυρηνέλαιο.

Η πρώτη παρεξήγηση αφορά τον χαρακτηρισμό των πυρηνελαιουργείων, τα οποία συχνά θεωρούνται σαν ρυπογόνες βιομηχανίες, ενώ στην πραγματικότητα απορροφούν και αξιοποιούν τον ελαιοπυρήνα των ελαιοτριβείων, αποτελούν δηλαδή τους οικολογικούς σταθμούς της παραγωγικής αλυσίδας του ελαιολάδου και έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όχι μόνο από την πολιτεία αλλά και από τις τοπικές κοινωνίες.

Η δεύτερη παρεξήγηση αφορά στο πυρηνέλαιο το οποίο, μετά την επεξεργασία (εξευγενισμό, ραφινάρισμα) του ακατέργαστου πυρηνελαίου, δίνει ένα προϊόν που έχει μια πολύ καλή συμπεριφορά, ιδίως στο τηγάνισμα. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η ανταγωνιστική του τιμή, τότε μπορεί θαυμάσια να υποκαταστήσει τα σπορέλαια όχι μόνο στην οικιακή χρήση αλλά ακόμη και στη μαζική εστίαση.

Επιπλέον, από οικονομική σκοπιά, εξάγονται ετησίως περίπου 25.000 τόνοι κυρίως χύμα πυρηνελαίου σε Ισπανία και Ιταλία. Έχουμε δηλαδή ένα φαινόμενο αντίστοιχο του παρθένου ελαιολάδου.

Για όλους τους παραπάνω λόγους (περιβαλλοντικούς, διατροφικούς, οικονομικούς) θα πρέπει το ενδιαφέρον της πολιτείας να εκδηλωθεί θετικά ώστε να αξιοποιηθούν και τα πυρηνελαιουργεία και το παραγόμενο πυρηνέλαιο.

ΙΙΙ. Τυποποίηση – Εμφιάλωση

Πρόκειται για τον αδύνατο κρίκο της αγροδιατροφικής αλυσίδας του ελληνικού ελαιολάδου. Πέραν άλλων διαρθρωτικών αιτιών (μεγάλος αριθμός ελαιοπαραγωγών διάσπαρτων στο μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας), η βασική αιτία πρέπει να αναζητηθεί στην ενίσχυση στην κατανάλωση (επιδότηση των τυποποιητών) που εξέθρεψε την περίοδο 1981-1995 ένα κύμα αθέμιτου ανταγωνισμού από το οποίο ο κλάδος δείχνει ακόμη να μην έχει συνέλθει (βλέπε Κεφάλαιο 33 της «Εγκυκλοπαίδειας Ελαιοκομίας: το ελαιόλαδο»).

III.α. Κατάργηση χύμα 17λιτρου ανώνυμου «τενεκέ»

Σύμφωνα με τη νομοθεσία, εθνική και κοινοτική, το ελαιόλαδο πρέπει να διατίθεται στους καταναλωτές σε σφραγισμένες, επώνυμες συσκευασίες μέγιστης χωρητικότητας 5 λίτρων. Στην πραγματικότητα η νομοθεσία αυτή παραβιάζεται. Εκτός της αυτοκατανάλωσης των ίδιων των παραγωγών, κυκλοφορούν και περίπου 50.000 χιλ. τόνοι μέσω των ανώνυμων, χύμα, 16κιλων τενεκεδένιων δοχείων στους καταναλωτές, οι οποίοι συνδέονται πολύ περιληπτικά με τα εξής:

1) Ο πωλητής ελαιοπαραγωγός ή ελαιοτριβέας, ωφελείται 1-3 €/κιλό σε σύγκριση με τη χονδρική πώληση στο εμπόριο.

2) Ο καταναλωτής έχει την (ψευδ)αίσθηση ότι αγοράζει γνήσιο ποιοτικό λάδι απευθείας από τον παραγωγό, ή ελαιοτριβεία, ο οποίος έχει «πρόσωπο» σε αντίθεση με το τυποποιημένο και απρόσωπο (συνήθως μείγμα) των εταιρειών. Οι συνεταιρισμοί απέτυχαν να γεφυρώσουν αυτό το κενό, όπως περιορισμένη παραμένει η απήχηση ελαιολάδων με ταυτότητα ΠΟΠ/ΠΓΕ κ.λπ.

3) Πρόκειται για μια βαθιά ριζωμένη συνήθεια. Η μεγάλη πλειοψηφία των καταναλωτών μπορεί να βρει μια σχέση και πρόσβαση στους 500.000 ελαιοπαραγωγούς και τα 2.000 ελαιοτριβεία. Το άνοιγμα (ψαλίδα) μεταξύ τιμής που πουλάει ο ελαιοπαραγωγός χονδρική στο εμπόριο και τιμής που αγοράζει ο καταναλωτής από το ράφι των σούπερ μάρκετ είναι και μεγάλο και αδικαιολόγητο. Η πρόσβαση μικρών επιχειρήσεων (ιδιωτικών ή υνεταιριστικών) στα ράφια των αλυσίδων είναι σχεδόν αδύνατη. Παραμένει η καχυποψία μεγάλης μερίδας καταναλωτών για τα ελαιόλαδα «των 2 πολυεθνικών» που ηγεμονεύουν στα ράφια των αλυσίδων λιανικής. Οι καμπάνιες των επαγγελματικών οργανώσεων των βιομηχανιών τυποποίησης στο παρελθόν αντί να γεφυρώσουν βάθυναν το ρήγμα, καθώς εμφάνιζαν τους ελαιοπαραγωγούς συλλήβδην σαν απατεώνες.

4) Ο ανώνυμος 16κιλος τενεκές αποτελεί την κερκόπορτα ώστε να διακινούνται (ιδίως από το πλανόδιο παρεμπόριο) κάθε είδους «ελαιόλαδα» νοθευμένα από ελαιόλαδα κατώτερης ποιότητας εκτός προδιαγραφών (π.χ. λαμπάντε), από λάδια ρεπάσο, από σπορέλαια, ακόμη και από νερό. Άρα, εκτός της οικονομικής νοθείας, υπάρχει και θέμα κινδύνων για την υγεία των καταναλωτών. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την επανάληψη ενός φαινομένου ανάλογου με το «τοξικό σύνδρομο» του νοθευμένου κραμβέλαιου που χτύπησε την Ισπανία το 1981 και είχε αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς.

5) Το επώνυμο τυποποιημένο έχει μια προστιθέμενη αξία τουλάχιστον 2,0 €/κιλό, άρα πρόκειται για απώλεια προστιθέμενης αξίας περί τα 100 εκ. € ετησίως εξαιτίας των 16κιλων ανώνυμων τενεκέδων. Θα πρέπει επίσης να συνυπολογίσουμε:

α) Τα (επιπρόσθετα) δημόσια έσοδα σε ΦΠΑ και φορολογία,

β) Τα επαγγέλματα που συνδέονται με την παραγωγή και διακίνηση των επώνυμων τυποποιημένων και τις δυνατότητες μείωσης της ανεργίας,

γ) Τις επιχειρήσεις τυποποίησης ιδιωτικές και συνεταιριστικές οι οποίες αδυνατούν έτσι να οικοδομήσουν μια στέρεη βάση στην εσωτερική αγορά ώστε να επεκταθούν και προς τις εξαγωγές που έχουν μεγαλύτερα ρίσκα και δυσκολίες.

Συμπέρασμα

Στο πάζλ που περιγράψαμε, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι ότι ο χύμα 16κιλος τενεκές πρέπει να καταργηθεί. Το ερώτημα είναι πώς και με ποιους τρόπους θα επικρατήσει το επώνυμο τυποποιημένο.

III.β. Το πεντόλιτρο παραγωγού

Συνεχίζοντας το (III.α.), θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι πρόκειται για μια περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή του νόμου και η επικράτηση της οικονομικά συμφέρουσας λύσης για το σύνολο του ελαιοκομικού τομέα συναντά προφανείς δυσκολίες. Είναι πρακτικά αδύνατο να αστυνομευθούν 2.000 ελαιοτριβεία, τα λιμάνια, οι σταθμοί των λεωφορείων και οι μεταφορικές εταιρείες, ενώ η επιβολή ποινών θα ξεσήκωνε θύελλα –δικαιολογημένων σε μεγάλο βαθμό – αντιδράσεων από τίμιους και ειλικρινείς ελαιοπαραγωγούς και ελαιοτριβείς. Ίσως γι’ αυτό άλλωστε και η πολιτεία επί δεκαετίες «νίπτει τας χείρας της».

Σε αυτό το φαινομενικά αδιέξοδο η μόνη εφικτή λύση είναι το «5λιτρο του παραγωγού». Δηλαδή:

1) Στην τελική γραμμή παραγωγής, αμέσως μετά τον διαχωριστήρα, το ελαιοτριβείο εγκαθιστά και λειτουργεί ημι-αυτόματο γεμιστικό μηχάνημα για πεντόλιτρα, το οποίο έχει και μικρό κόστος επένδυσης. Συχνά ήδη υπάρχει σύγχρονο τυποποιητήριο.

2) Το 5λιτρο δοχείο δεν χρειάζεται να είναι λιθογραφημένο, αρκεί να διαθέτει πώμα ασφαλείας μίας χρήσης και να επικολλάται αυτοκόλλητη ετικέτα με όλες τις υποχρεωτικές ενδείξεις, καθώς και το ονοματεπώνυμο του παραγωγού ή του ελαιοτριβέα ώστε να έχει επίσης μικρό κόστος.

3) Ο παραγωγός απαγορεύεται να πάρει από το ελαιοτριβείο το λάδι του χύμα, σε δικά του μέσα (τα οποία μερικές φορές μπορεί να είναι από ακατάλληλα έως και επικίνδυνα), αλλά υποχρεώνεται να χρησιμοποιήσει τα 5λιτρα, τα οποία είναι νόμιμα και τα οποία μπορεί να πουλήσει απευθείας στους καταναλωτές. Διατηρεί έτσι μία ικανοποιητική τιμή και εισόδημα, υψηλότερα από εκείνα που εισπράττει από τις πωλήσεις στο χονδρικό εμπόριο.

4) Ο καταναλωτής μπορεί να προμηθευτεί παρθένο ελαιόλαδο με το όνομα και την εγγύηση του ελαιοπαραγωγού/ελαιοτριβέα.

Έτσι, σταδιακά, με τις ελάχιστες δυνατές αντιδράσεις, μπορεί να απομονωθεί και να περιοριστεί το πλανόδιο παρεμπόριο, που αποτελεί και το χειρότερο κανάλι του 16κιλου τενεκέ.

Πρόκειται για την πιο απλή και ανέξοδη λύση που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο στο ισπανικό ελαιόλαδο αλλά και στο ελληνικό μέλι.

Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, αντιγράφουμε ένα απόσπασμα από το άρθρο του Διευθύνοντος Συμβούλου της Αττικής Μελισσοκομικής και Αντιπροέδρου της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Μελιού, Γεωργίου Πίττα:

«Η παραγωγή, εκτός από την ιδιοκατανάλωση, κατευθύνεται σε δύο βασικές αγορές:

  1. Στην απευθείας πώληση μελισσοκόμων προς τους καταναλωτές και
  2. Στη διάθεση μέσω των οργανωμένων δικτύων πώλησης σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Οι δύο αγορές λειτουργούν αρμονικά μεταξύ τους, ισορροπώντας ως συγκοινωνούντα δοχεία η μία με την άλλη. Έχουν τους ίδιους κανόνες, υποχρεώσεις και καταναλωτικές συμπεριφορές. Αν, για διάφορους λόγους, καταρρεύσει η μία αγορά, τότε χάνεται και η άλλη». (Περιοδικό Επί Γης, Τεύχος 7).

ΙΙΙ.γ. Η πρόταση για τα 1-2 γιγαντιαία ελαιοτριβεία/τυποποιητήρια

Κατά καιρούς έχει προταθεί (βλ. από το ΥΠΑΑΤ το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης ΕΣΣΑΑ 2007-2013 και τη μελέτη της McKinsey, 2014): «Προτεραιότητα θα δοθεί κατ’ αρχάς στη δημιουργία μεγάλης μονάδας τυποποίησης ελαιολάδου, που την πρώτη ύλη (ελαιόλαδο) θα την παίρνει από υφιστάμενα πιστοποιημένα ελαιοτριβεία, για την τυποποίησή της σε μικρές συσκευασίες». Πρόκειται για μία απολύτως ανεφάρμοστη, έως και καταστροφική, πρόταση, άγνωστης έμπνευσης, μάλλον κακή απομίμηση της ισπανικής ελαιοκομίας γιατί:

1) Από την αναγκαστική ανάμειξη ελαιολάδων θα ισοπεδωθεί και θα χαθεί το βασικό (μοναδικό;) ελληνικό πλεονέκτημα της προσωπικότητας και ποιότητας των εξαιρετικών παρθένων ελαιολάδων της (άνω του 80% της συνολικής παραγωγής), που συνδέεται με τη βιοποικιλότητα, το μικροκλίμα, την πληθώρα γηγενών ποικιλιών ελαιοδένδρων, των ΠΟΠ/ΠΓΕ,

2) Είναι αδύνατο να προσαρμοστεί στη μορφολογία των ελληνικών εδαφών (διάσπαρτη με ημι-ορεινούς όγκους, νησιά), αλλά και στην ελαιοκομική ανθρωπογεωγραφία, δηλαδή σε μία τελείως διαφορετική πραγματικότητα από την ισπανική, όπου π.χ. μόνη της η Ανδαλουσία έχει παραγωγή πενταπλάσια από ολόκληρη την Ελλάδα,

3) Τα ελαιοτριβεία και τυποποιητήρια που υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα έχουν δυναμικότητα υπεραρκετή για την ποσότητα του ελληνικού ελαιολάδου. Μπορούν επίσης να εξασφαλίσουν την ταχεία έκθλιψη του ελαιόκαρπου –βασικού παράγοντα για την καλή ποιότητα του ελαιολάδου–, ιδίως αν εφαρμόζουν την κοινή άλεση (βλ. ΙΙ.α). Μια νέα φαραωνική επένδυση, άγνωστης μέχρι τώρα ιδιοκτησίας, θα αποτελέσει τεράστια σπατάλη πόρων, η οποία, επιπλέον, θα καταστρέψει τις υπάρχουσες δομές συνεταιριστικής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

4) Έτσι κι αλλιώς η Ελλάδα με 250.000 τόνους δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την Ισπανία των 1,5 εκ. τόνων, όπου το ελαιόλαδο γίνεται ένα commodity στη διεθνή αγορά με βασικό όπλο τη χαμηλή τιμή του.

ΙΙΙδ. Επώνυμα φιαλίδια στη μαζική εστίαση (HO.RE.CA.)

(βλέπε παρακάτω VI.α.)

ΙV. Εμπόριο χύμα

Το εμπόριο χύμα αποτελεί έναν απαραίτητο κρίκο της αγροδιατροφικής αλυσίδας του ελαιολάδου. Πρέπει να συλλέξει/επιλέξει/ομογενοποιήσει σε παρτίδες τουλάχιστον ενός βυτίου (27 τόνων) τις μικροποσότητες που παράγονται από εκατοντάδες χιλιάδες ελαιοπαραγωγούς και 2.000 ελαιοτριβεία, ώστε να εφοδιάσει την οργανωμένη ζήτηση που υπάρχει είτε από την εγχώρια βιομηχανία τυποποίησης είτε από τις εξαγωγές χύμα. Παράλληλα, το χύμα εμπόριο κάνει και τους πρώτους ποιοτικούς ελέγχους του προϊόντος. Αυτή είναι η θετική πλευρά.

Η αρνητική πλευρά συνδέεται με φαινόμενα αδιαφάνειας, αθέμιτου ανταγωνισμού, κακών εμπορικών πρακτικών κ.λπ., τα οποία πρέπει να εκλείψουν ώστε να μην αποτελεί ο κλάδος αυτός μια «γκρίζα ζώνη». Συνεπώς θα πρέπει να θεσπιστούν και εφαρμοστούν μια σειρά από κανόνες οι οποίοι να κινούνται σε τρεις κατευθύνσεις:

1) Μητρώο εμπόρων,

2) Ελάχιστες προδιαγραφές που οφείλει να πληροί ο κάθε έμπορος και

3) Συστηματικός έλεγχος, όχι μόνο οικονομικός/φορολογικός (βλέπε παραπάνω ΙΙ.δ.), αλλά και των κανόνων ασφάλειας και υγιεινής.

  1. Λιανικό εμπόριο

Στον τομέα αυτό καταγράφονται μια σειρά από αρνητικά φαινόμενα και παγιωμένες πρακτικές, οι οποίες είναι αδύνατο να αναλυθούν σε αυτό το Κεφάλαιο. Πάντως τα κυριότερα προβλήματα αφορούν:

1) Στη δεσπόζουσα θέση που κατέχουν οι αλυσίδες λιανικής έναντι των προμηθευτών τους, επιχειρήσεων τυποποίησης ελαιολάδου.

2) Στην άνιση μεταχείριση των επιχειρήσεων τυποποίησης με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ολιγοπωλιακές καταστάσεις, να μη λειτουργεί ο ανταγωνισμός και για τη συντριπτική πλειοψηφία των τυποποιητών να είναι αδύνατη η πρόσβαση στα ράφια των μεγάλων αλυσίδων.

3) Στο μεγάλο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ τιμής παραγωγού και τιμής καταναλωτή.

Είναι περίεργο το ότι ούτε οι «θεσμοί» ούτε η γνωστή σαν «εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ» θέλησαν να αγγίξουν τις παραπάνω δυσλειτουργίες, οι οποίες θρέφουν και άλλα φαινόμενα, όπως η μεγάλη διάδοση του χύμα 16κιλου τενεκέ αλλά και τα κρούσματα νοθείας. Πάντως, μια σοβαρή συζήτηση θα έπρεπε να ξεκινήσει – τουλάχιστον– από την κατάργηση όλων εκείνων των κρυφών και φανερών χρεώσεων σε βάρος των προμηθευτών, μειώνοντας παράλληλα και τους χρόνους εξόφλησής τους και εξισώνοντάς τους με ό,τι ισχύει στις υπόλοιπες χώρες.

  1. Μαζική εστίαση και (Αγρο)τουρισμός

Για χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, η κουζίνα τους και η μαζική εστίαση έχουν αποκτήσει ταυτότητα, έχουν ταυτιστεί με τη Μεσογειακή Δίαιτα (Διατροφή), αποτελούν διέξοδο άμεσων πωλήσεων σημαντικών ποσοτήτων ελαιολάδων και τον καλύτερο πρεσβευτή/διαφημιστή στα εκατομμύρια τουριστών που επισκέπτονται τις χώρες αυτές, όπως επίσης και μέσω του ευρύτατου δικτύου εστιατορίων που έχουν εξαπλωθεί σε όλη σχεδόν την υφήλιο.

Αντιθέτως, η χώρα μας έχει επαναπαυθεί στην πατρότητα της Μεσογειακής (ή και Κρητικής) Διατροφής και η εικόνα που παρουσιάζει είναι απογοητευτική, παρά τα βήματα προόδου και τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Απαιτείται, λοιπόν, μια ολοκληρωμένη συζήτηση και δέσμη αποφάσεων που θα υποστηρίζουν το ελαιόλαδο (και τις επιτραπέζιες ελιές), παρέχοντας κίνητρα (π.χ. φορολογικά), αυστηρούς ελέγχους και κυρώσεις, που όμως δεν θα επιτύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα αν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι (ελαιοπαραγωγοί/ελαιοτριβείς/τυποποιητές/εστιάτορες) δεν ενστερνιστούν εθελοντικά και με μεράκι τη χρήση ελαιολάδου.

VI.α. Επώνυμα φιαλίδια στη μαζική εστίαση (HO.RE.CA.)

Το θέμα των επώνυμων φιαλιδίων ελαιολάδου αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου αυτού που ονομάζουμε «γαστριμαργικός τουρισμός». Το 2012 ο τότε Επίτροπος Γεωργίας Ντάτσιαν Τσιόλος προώθησε κανονισμό για την υποχρεωτική τοποθέτηση επώνυμων φιαλιδίων ελαιολάδου στα καταστήματα μαζικής εστίασης, ξενοδοχεία (ΗΟ.), εστιατόρια (RE.), καφέ (CA.), και μάλιστα και για τις 28 χώρες της Ε.Ε. Η προσπάθεια ναυάγησε λόγω άρνησης συγκεκριμένης χώρας. Αυτό όμως δεν εμπόδισε, ίσα ίσα επιτάχυνε, τη θέσπιση εθνικής νομοθεσίας στα ελαιοπαραγωγά κράτη-μέλη, όπως διαδοχικά συνέβη σε Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρο. Μόνο η Ελλάδα καθυστέρησε επί μία πενταετία, ενώ είναι ασαφές πώς θα εφαρμοστεί και αμφίβολο αν και πώς θα πειστούν οι ιδιοκτήτες των HORECA. Να επισημάνουμε ότι η ισπανική Διεπαγγελματική Οργάνωση διεξάγει μια ευρύτατη καμπάνια διαφήμισης της χρήσης των επώνυμων φιαλιδίων στη μαζική εστίαση.

Τα οφέλη, ιδίως σε χώρες με επιπλέον έντονο τουριστικό ρεύμα, είναι πολλαπλά:

α) Καταργούνται τα ανώνυμα «λαδόξυδα», τα οποία αποτελούν αιτία δυσφήμισης του έξτρα παρθένου ελαιολάδου και πηγή κινδύνων, καθώς έχουν βρεθεί ακόμη και περιπτώσεις από εστιάτορες που χρησιμοποιούσαν «λάδι» από τα καντήλια νεκροταφείων.

β) Αποτελεί έναν άριστο και ανέξοδο τρόπο διαφήμισης των ελληνικών έξτρα παρθένων στους τουρίστες (και όχι μόνο).

γ) Με 78,6 εκ. διανυκτερεύσεις τουριστών στην Ελλάδα το 2016 και ένα τουλάχιστον γεύμα έκαστος, έστω μία σαλάτα, συν τους Έλληνες που τρώνε έξω, τότε οι ποσότητες ελαιολάδου σε αυτά τα φιαλίδια θα πλησίαζαν –ίσως και θα ξεπερνούσαν– τους 25 χιλ. τόνους που σήμερα πωλούνται τυποποιημένοι στην εσωτερική αγορά.

δ) Η εμπειρία από όσα εστιατόρια το εφάρμοσαν εθελοντικά μόνο θετικά συμπεράσματα έδωσε για όλους. Ο εστιάτορας δίνει μια καλή εικόνα και δεν χάνει, γιατί το περνάει στο λογαριασμό, όπως και το εμφιαλωμένο νερό. Ο πελάτης είναι ευχαριστημένος, γιατί απολαμβάνει ένα καθαρό, εύγεστο προϊόν. Κερδισμένη είναι και η μονάδα παραγωγής του φιαλιδίου, ιδιωτική ή συνεταιριστική, ακόμη και πολύ μικρού μεγέθους, γιατί η εμφιάλωση δεν χρειάζεται καμία μεγάλη, ακριβή επένδυση.

VΙI. Εξαγωγές και εκστρατείες προώθησης της κατανάλωσης

Με την ενότητα αυτή κλείνει ο κύκλος της αγροδιατροφικής αλυσίδας του ελαιολάδου.

VΙI.α. Εξαγωγές

Τα στατιστικά στοιχεία (βλ. Κεφάλαιο 35) παρουσιάζουν ανάγλυφα τις ιστορικές διαρθρωτικού χαρακτήρα αδυναμίες των εξαγωγών ελαιολάδου. Η κατανάλωση στις μη-ελαιοπαραγωγές χώρες (ΗΠΑ, Βραζιλία, Ιαπωνία κ.λπ.) συνεχώς αυξάνεται, όμως το μερίδιο της Ελλάδας παραμένει στάσιμο ή και υποχωρεί (ευρισκόμενο περί το 3%), γιατί κερδίζουν θέσεις στον ανταγωνισμό οι άλλες χώρες ελαιοπαραγωγής, ακόμη και οι τρίτες χώρες (π.χ. Τυνησία), παρά το γεγονός ότι δεν α-πολαμβάνουν χρηματοδοτήσεων από κοινοτικά προγράμματα προώθησης. Είναι άξιον απορίας γιατί δεν έχουν αποδώσει οι συνεχείς εκστρατείες τις οποίες χρηματοδοτεί η ΕΕ, το Ελληνικό Κράτος (ΟΠΕ), και το ΔΣΕ (IOC) από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Οι συνθήκες ασφυξίας της αγοράς, η έλλειψη ρευστότητας, τα capital controls επηρεάζουν μεν δυσμενώς τους εξαγωγείς, αλλά τα φαινόμενα είναι σχετικά πρόσφατα –επί οικονομικής κρίσης–, ενώ η ανέχεια των εξαγωγών καλύπτει σειρά δεκαετιών. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι οι μεγαλύτερες ποσότητες προέρχονται από μεσαίες-μικρές έως και πολύ μικρές επιχειρήσεις και όχι από τις δύο εταιρείες, οι οποίες, έχοντας το μεγαλύτερο μερίδιο στο ελληνικό ράφι, θα περίμενε κανείς να πραγματοποιούν και τις μεγαλύτερες εξαγωγικές επιτυχίες. Η οικονομική αποδυνάμωση, έως και χρεωκοπία σημαντικών συνεταιριστικών οργανώσεων, αφαίρεσε και αυτό το δυναμικό, το οποίο θα μπορούσε να εξειδικευτεί σε περιπτώσεις όπως τα ΠΟΠ/ΠΓΕ έξτρα παρθένα, τα βιολογικά κ.λπ. Η ελληνική εξαγωγική ανεπάρκεια γίνεται ακόμη πιο ανεξήγητη αν κανείς λάβει υπόψη:

– την ποιότητα των ελληνικών ελαιολάδων με το υψηλό ποσοστό εξαιρετικών παρθένων,

– τη διαρκή στροφή των ξένων καταναλωτών από το ραφινέ στο εξαιρετικό παρθένο, λόγω κυρίως των υγιεινών του ιδιοτήτων,

– ότι οι τιμές της πρώτης ύλης δεν αποτελούν εμπόδιο, καθώς εδώ και αρκετά χρόνια οι τιμές του Έλληνα παραγωγού είναι κατώτερες όχι μόνο του Ιταλού αλλά και του Ισπανού, ακόμη και του Τυνήσιου και

– ότι σε πολλές χώρες (ΗΠΑ κ.ά.) παραδοσιακά υπήρχε η «μαγιά» της ελληνικής ομογένειας, η οποία όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκε, αλλά ορισμένες φορές αποτέλεσε και ανασταλτικό παράγοντα.

Γενικότερα, είναι μεγάλη και ανεξήγητη η αντίφαση μεταξύ διαθέσιμων ευνοϊκών συνθηκών και τελικού αποτελέσματος, συνεπώς είναι και αδύνατο να υποβάλει κανείς προτάσεις πέραν όσων αφορούν συνολικά τις ελληνικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και τροφίμων ή της «αλλαγής νοοτροπίας», που όμως αποτελεί μια ευχή χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.

VΙI.β. Υποκατάσταση χύμα από το επώνυμο τυποποιημένο

Η Ελλάδα είναι πλεονασματική και πρέπει να εξάγει περίπου το 50%, δηλαδή κατά μέσο όρο 120.000 τόνους ετησίως. Αποτελεί μόνιμη επωδό και καταγγελία(!) ότι οι Ιταλοί έρχονται, μας παίρνουν τα λάδι μας, το αναμειγνύουν με άλλα κατώτερα, το εμφιαλώνουν και το πουλούν στις αγορές όλου του κόσμου. Πρόκειται για τη μισή αλήθεια –με αρκετή «αχαριστία». Γιατί αν δεν έρθουν οι Ιταλοί (και οι Ισπανοί) να αγοράσουν αυτούς τους περίπου 90.000 τόνους, τότε η ελληνική ελαιοκομία θα καταστραφεί και θα βουλιάξει στα αδιάθετα αποθέματά της. Κανείς δεν εμποδίζει την Ελλάδα να εξάγει επώνυμα και  τυποποιημένα τα ελαιόλαδά της. Το αντίθετο, υπήρξαν, ιδίως στις δεκαετίες ’80 και ’90, ιδανικές συνθήκες με επιδοτήσεις (τόσο για την εμφιάλωση, όσο και για τις εξαγωγές να καλύπτουν το 30-40% της τιμής της πρώτης ύλης) αλλά και με την Ισπανία ακόμη τότε εκτός διεθνούς ανταγωνισμού, ποσοτικά και ποιοτικά. Όμως, τότε, επικράτησε η εύκολη λύση των χύμα εξαγωγών προς Ιταλία, κάτι που συνεχίζεται και στις ημέρες μας.

Τώρα προφανώς τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα, αλλά θα πρέπει να γίνει μια μεγάλη προσπάθεια ώστε σιγά σιγά να αυξάνεται το μερίδιο του επώνυμου τυποποιημένου και να μειώνεται του χύμα.

Διεκδικώντας τουλάχιστον 150 εκ € ετησίως. Από οικονομική άποψη πρόκειται για μια διαφορά της τιμής πώλησης:

α) του τυποποιημένου από το χύμα, τουλάχιστον κατά 1,5€/κιλό χ 90.000 χιλ. τόνους = 135 εκ € και,

β) αν ενδυναμωθούν οι εξαγωγές, αν βελτιώσουν οι επιχειρήσεις την ποιότητα των προϊόντων τους και το εξαγωγικό μάρκετινγκ, αξιοποιώντας τους εθνικούς και κοινοτικούς μηχανισμούς υποστήριξης, τότε μπορούν να επιτύχουν και υψηλότερες τιμές πώλησης (premium τιμής) του τυποποιημένου όπως και χύμα που εξάγεται και σε άλλες χώρες πλην Ιταλίας και Ισπανίας = τουλάχιστον 15 εκ. €. (τα διαθέσιμα στατιστικά είναι ανεπαρκή).

VIΙ.γ. Προώθηση

Συναφές και συνέχεια του προηγούμενου είναι το ζήτημα της προώθησης η οποία, αν και έχει χρηματοδοτηθεί με δεκάδες εκατομμύρια €, δεν έχει αποτυπωθεί στις ποσότητες και στην αξία των εξαγωγών. Απαιτείται δηλαδή μια κατ’ αρχήν εθνική στρατηγική, η οποία πρέπει να συζητηθεί εκτενώς και να εξειδικευθεί. Πολύ περιληπτικά επισημαίνουμε:

α) Για τον Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ) αποδείχθηκε λανθασμένη η κατάργησή του, απαιτείται η επανίδρυση και αναβάθμισή του με ορθή αξιοποίηση των πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού.

β) Επίσης απαιτείται αναβάθμιση της οικονομικής διπλωματίας, που (πρέπει να) ασκούν οι ΟΕΥ των ελληνικών πρεσβειών με καθοδήγηση και συντονισμό από το ΥΠΠΑΤ παράλληλα με το ΥΠΕΞ.

γ) Να ενταθεί ο έλεγχος της γνησιότητας και ποιότητας των εξαγόμενων ελαιολάδων, όχι μόνο στα τελωνεία αλλά και δειγματοληπτικά στα ράφια των σούπερ μάρκετ του εξωτερικού. Σε περίπτωση σοβαρών παραβιάσεων οι ποινές θα πρέπει να είναι εξοντωτικές.

δ) Η χρηματοδότηση των προγραμμάτων προώθησης (Kανονισμός 1144/2014 της Ε.Ε.) όχι μόνο θα συνεχιστεί, αλλά έχουν βελτιωθεί οι όροι με αύξηση της κοινοτικής χρηματοδότησης στο 85% (τρίτες χώρες και 75% χώρες Ε.Ε.). Πρόκειται για ένα κατ’ αρχήν «καλό νέο», το οποίο όμως κρύβει τις παγίδες και κινδύνους των πολύ ευνοϊκών επιδοτούμενων προγραμμάτων, που τελικά μπορεί να διευκολύνουν διάφορες σπατάλες, έως και απάτες. Άρα, απαιτείται από το Yπουργείο και τις περιφέρειες ο πιο αυστηρός έλεγχος με αντικειμενική αξιολόγηση ex post του φορέα που υποβάλλει την πρόταση, του συμβούλου που την υποστηρίζει, της προϊστορίας τους, των συγκεκριμένων δράσεων κατά την εκτέλεσή τους και, ex ante, των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν.

VΙΙ.δ. Η ενεργητική τελειοποίηση (ΤΡΑ)

Με τον όρο αυτό αποκαλείται το ειδικό καθεστώς που επιτρέπει σε μια χώρα της Ε.Ε. να εισαγάγει ελαιόλαδο από τρίτη χώρα, να το επεξεργαστεί (είτε να το ραφινάρει αν είναι λαμπάντε είτε απλώς να το εμφιαλώσει αν είναι βρώσιμο παρθένο), προκειμένου να επανεξαγάγει ισοδύναμη ποσότητα σε άλλη τρίτη χώρα. Η Ιταλία και η Ισπανία κάνουν χρήση αυτού του καθεστώτος, επιπλέον των αδασμολόγητων εισαγωγών από τρίτες χώρες, ειδικά τις εμπορικές περιόδους που αντιμετωπίζουν ελλείψεις πρώτης ύλης (βλέπε Κεφάλαιο 36 της «Εγκυκλοπαίδειας Ελαιοκομίας: το ελαιόλαδο»).

Η Ελλάδα έχει επιτύχει να εξαιρεθεί του καθεστώτος ΤΡΑ προκειμένου να προστατευθεί η εγχώρια παραγωγή και οι τιμές των Ελλήνων ελαιοπαραγωγών. Ωστόσο, πριν από λίγα χρόνια, η Εθνική Διεπαγγελματική (ΕΔΟΕΕ) υιοθέτησε το αίτημα με το σκεπτικό ότι με τον τρόπο αυτό οι εξαγωγείς θα έχουν φθηνότερη πρώτη ύλη, άρα θα γίνουν πιο ανταγωνιστικοί οι Έλληνες εξαγωγείς.

Το σχετικό αίτημα στερείται λογικής βάσης, γιατί:

α) Ήδη το τυνησιακό έχει την ίδια τιμή, ή είναι ακόμη και ακριβότερο του ελληνικού για τα ίδιας ποιότητας ελαιόλαδα.

β) Υπάρχει η ποσότητα (πλαφόν) των 70.000 τόνων για αδασμολόγητες εισαγωγές από Τυνησία και επιπλέον 14.100 τόνοι από άλλες χώρες.

γ) Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα ο έλεγχος της διαχείρισης αυτών των προσωρινών εισαγωγών με σκοπό την επανεξαγωγή τους θα ήταν πολύ δύσκολος. Άλλωστε και στην Ιταλία συνεχώς αποκαλύπτονται προβλήματα παράτυπων εισαγωγών από χώρες της Βόρειας Αφρικής και «ιταλοποιήσεων», ενώ η Ισπανία διαθέτει ένα ολοκληρωμένο σύστημα «σιδερένιων» ελέγχων, που δεν επιτρέπουν διαρροές (βλέπε Κεφάλαιο 36/α και 36/β της «Εγκυκλοπαίδειας Ελαιοκομίας: το ελαιόλαδο»).

δ) Στην υποθετική περίπτωση μειγμάτων με ελαιόλαδα τρίτων χωρών, το ελληνικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο θα έχανε την ταυτότητα της υψηλής ποιότητας που διεκδικεί να έχει ως βασικό «όπλο» στη διεθνή αγορά.


Το παραπάνω άρθρο αποτελεί το τρίτο μέρος από τα πέντε, που θα αναρτηθούν μέχρι και την Παρασκευή 14/06, του 38ου Κεφαλαίου της «Εγκυκλοπαίδειας Ελαιοκομίας: το ελαιόλαδο».


Η διάθεση του βιβλίου «Εγκυκλοπαίδεια Ελαιοκομίας: Το ελαιόλαδο», γίνεται από την GAIA ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ,την Άξιον Εκδοτική και από τα παρακάτω επιλεγμένα βιβλιοπωλεία:

www.public.gr
www.politeianet.gr
www.embryopub.gr

Για πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν με το τμήμα μάρκετινγκ της GAIA ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ στο τηλ. 213 0187300 και το email: [email protected],
καθώς και με την Άξιον Εκδοτική στο τηλ. 210-3210621 και το email: [email protected]