Υπό ιδιότυπο εμπορικό αποκλεισμό

0
46

Αρκετές ελλείψεις βασικών καταναλωτικών αγαθών παρατηρούνται τις τελευταίες εβδομάδες στην εγχώρια αγορά, εξαιτίας ενός ιδιότυπου εμπορικού αποκλεισμού, που έχει επιβληθεί σε ελληνικές επιχειρήσεις, εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης της χώρας.

Πολλές επιχειρήσεις αδυνατούν να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες τραπεζικής εγγυητικές επιστολές για την πραγματοποίηση των αγοραπωλησιών τους. Αλλά και όταν οι ελληνικές Τράπεζες τους δίνουν, αυτές δεν υπερβαίνουν το ποσό των 50.000 ευρώ.
Ακόμα και αυτές, όμως, συνήθως δεν γίνονται δεκτές από εταιρείες του εξωτερικού, εξαιτίας της γενικευμένης διεθνούς δυσπιστίας για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες, πλέον, να πληρώνουν τοις μετρητοίς στις διεθνείς συναλλαγές τους (εισαγωγές εμπορευμάτων και πρώτων υλών).

Σύμφωνα με επιχειρηματίες, πέραν των εγγυητικών επιστολών, από τις ελληνικές επιχειρήσεις απαιτούνται και ρήτρες δραχμής. Όπως, για παράδειγμα, ζήτησε από τους συνεργάτες του στην Ελλάδα ο μεγάλος τουριστικός οργανισμός TUI Nordic. Στην απόρριψη των εγγυητικών επιστολών που εκδίδουν οι ελληνικές Τράπεζες το τελευταίο εξάμηνο, ήρθε να προστεθεί τις τελευταίες εβδομάδες (υπό τον φόβο της ελληνικής χρεοκοπίας), το πάγωμα κάθε είδους εξασφάλισης από τους οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων, που μέχρι τώρα εγγυούνταν τις συναλλαγές. Σύμφωνα με πληροφορίες, τόσο ο γερμανικός οργανισμός εξαγωγικών πιστώσεων Euler- Hermes, όσο και ο αντίστοιχος γαλλικός COFACE, περιέκοψαν τις πιστώσεις όχι μόνο προς την Ελλάδα, αλλά και προς την Ισπανία και την Πορτογαλία, θεωρώντας τες χώρες υψηλού κινδύνου.

Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις να έχουν προχωρήσει σε άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού σε κάποια ισχυρή χώρα του ευρωπαϊκού βορρά. Έτσι, οι προμηθευτές τους θα βλέπουν ότι τα χρήματα έρχονται από μεγάλη Τράπεζα του εξωτερικού και όχι από την Ελλάδα. Αυτό δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στους προμηθευτές τους και διευκολύνει τις συναλλαγές τους. Εξίσου σημαντικό είναι το πρόβλημα για τις σχετικά καινούργιες εταιρείες, οι οποίες επιδιώκουν να κλείσουν συμφωνίες με νέους πελάτες. Εκεί, οι ξένοι απορρίπτουν τις εγγυητικές επιστολές των ελληνικών τραπεζών, κάνοντας τη σύναψη συμφωνίας εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, η παραπάνω εξέλιξη δείχνει ξεκάθαρα ότι οι ξένοι δεν εμπιστεύονται τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, και πολλοί από αυτούς θεωρούν πως με τον τρόπο αυτό προεξοφλούν τη χρεοκοπία της. Το σίγουρο είναι ότι έτσι αυξάνουν τα προβλήματα στην αγορά και επιτείνεται η οικονομική δυσπραγία σε ορισμένους κλάδους που εξαρτώνται από τις εισαγωγές.

Πρόβλημα αντιμετωπίζουν και οι εξαγωγικές επιχειρήσεις, καθώς λόγω των δυσκολιών στην προμήθεια πρώτων υλών (εξαιτίας της αδυναμίας τους να εκδώσουν εγγυητικές επιστολές ή να βρουν μετρητό) παρεμποδίζεται η παραγωγική τους δραστηριότητα. Η έλλειψη εγγυητικών επιστολών προκαλεί επιπλέον προβλήματα στην πώληση του τελικού προϊόντος τους, καθώς έδιναν εγγυητικές ως ένα είδος ενέχυρου στους πελάτες τους για την καλή παράδοση του εμπορεύματος. Επιπλέον, τους ζητείται η προεξόφληση της παραγγελίας τους, χωρίς, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, έτσι να επιτυγχάνουν κάποια έκπτωση. Ισχυρό πλήγμα, κυρίως όσον αφορά τη φήμη τους στο εξωτερικό, δέχονται και τα αγροτικά εξαγώγιμα προϊόντα, τα οποία πλέον αντιμετωπίζονται με δυσπιστία από τους εμπορικούς ετέρους στο εξωτερικό.

Τη συγκεκριμένη κατάσταση επιβεβαιώνουν αποτελέσματα έρευνας που διενήργησε η εταιρεία Palmos Analysis, για λογαριασμό του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με αυτά, ανάμεσα σε 136 εξαγωγικές επιχειρήσεις της πόλης, το 47% δηλώνει επιδείνωση των πιστωτικών όρων, λόγω της κρίσης, το 33% μείωση των παραγγελιών και το 9% ακύρωση παραγγελιών. Το 36% μείωσε την εξαγωγική του δραστηριότητα (το ποσοστό ήταν 47%, τον Ιούνιο 2010), ενώ το 31% την αύξησε (το ποσοστό ήταν 14%, τον Ιούνιο 2010). Από όσους επιχειρηματίες δήλωσαν ότι μειώθηκε η εξαγωγική τους δραστηριότητα το 76% θεωρεί ότι αυτό οφείλεται στη γενικότερη αναξιοπιστία της χώρας. Το 51%, στο αυξημένο κόστος παραγωγής. Το 29%, στους επαχθέστερους όρους συναλλαγής, που επίσης οφείλονται στο «κακό όνομα» της χώρας και το 7%, στην επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας, λόγω προβλημάτων στην ποιότητα των προϊόντων.