Δοχεία μέτρησης της ποσότητας του λαδιού

0
168
Ευγενική παραχώρηση από τον φωτογράφο κ. Ανδρέα Σμαραγδή

Στην εποχή της απόλυτης τυποποίησης η αναφορά σε παραδοσιακούς τρόπους υπολογισμού της ποσότητας του λαδιού, ίσως φαίνεται ανιαρό. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε, ότι η εξέλιξη και ανάπτυξη των μετρικών συστημάτων, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς είναι ανάλογη με την πρόοδο και εξέλιξη των κοινωνιών και των πολιτισμών, που τα χρησιμοποιούν. Η χρήση μέτρων και σταθμών θεωρείται γενικώς κριτήριο ανώτερου πολιτισμού και διαφοροποιεί τους πρωτόγονους από τους πολιτισμένους λαούς. Η εξέλιξη αυτή διακρίνεται αδρομερώς σε δύο περιόδους με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η πρώτη και εκτενέστερη χρονικά περίοδος έχει ως κύριο χαρακτηριστικό τη σχετικότητα, η οποία απορρέει από την αντίληψη ότι ο άνθρωπος και το σώμα του αποτελεί «μέτρον παντός».

Οι προσπάθειες για αντικειμενικότερες και ανεξάρτητες από το ανθρώπινο σώμα και τις δυνατότητές του μετρήσεις διαρκούν αιώνες και αποκτούν σάρκα και οστά στο πλαίσιο των διακηρύξεων της Γαλλικής Επαναστάσεως, οπότε αρχίζει ουσιαστικά η δεύτερη περίοδος εξέλιξης των μετρήσεων, η οποία φθάνει μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι οι μετρήσεις δεν αφορούν μόνο τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των ανθρώπων, αλλά με βάση την ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών ανταλλαγής αγαθών, αγγίζουν θέματα ανθρωπίνων σχέσεων και θεσμών, όπως η αδικία και η απόδοση δικαιοσύνης, η τιμωρία των παραβατών στο πλαίσιο της ανθρώπινης ή της θείας δικαιοσύνης, οι αντιλήψεις των λαών για τη συμβολική σημασία των μετρήσεων έχουν συνδεθεί με την απόδοση δικαιοσύνης στην επίγεια αλλά και την μετά θάνατον ζωή.

Και ενώ η ακριβής μέτρηση αποτελεί σε κάθε εποχή το ιδανικό κοινωνικό ζητούμενο, ο απόλυτος υπολογισμός των παρεχομένων από τον Θεό αγαθών (καρπών, ζώων ) αλλά και των ανθρώπων, θεωρείται κατά τη λαϊκή αντίληψη αμάρτημα, αφού κατά την παράδοση της Αγίας Γραφής τις μετρήσεις επινόησε και εφήρμοσε ο Κάιν, ενώ ο Διάβολος έδωσε στον Δαβίδ την ιδέα να μετρήσει τον περιούσιο λαό του Θεού, τους Εβραίους.

Οι παραδοσιακές επιστήμες αναζητούν στις μετρήσεις το αμετάβλητο και σταθερό. Δεδομένου, όμως, ότι δεν υπάρχει τίποτε αμετάβλητο στη ζωή, ο πολύ-πειρος παραδοσιακός άνθρωπος είναι εξοικειωμένος με μέτρα από φθαρτό υλικό και κατά προσέγγιση μετρήσεις. Έθεσε, λοιπόν, όπως ήδη αναφέρθηκε, τον εαυτό του στο κέντρο του μετρικού συστήματος (ανθρωποκεντρικό σύστημα μετρήσεων), αξιοποιώντας προς τον σκοπό αυτό το σώμα, τα μέλη (πόδι, χέρι, δάκτυλο, πήχης, πιθαμή, νύχι κ. ά.), τις αισθήσεις και τις φυσικές του δυνατότητες (όραση, ακοή, βάδισμα, βολή κ. ά.).

Την ασφάλεια των εκάστοτε προτύπων των μέτρων ανέθετε συνήθως στη θρησκευτική εξουσία (ιερά, ναούς) και τον κοινωνικό έλεγχο και δευτερευόντως στην κρατική-κοσμική εξουσία. Έτσι οι Εβραίοι τη φύλαξη των προτύπων είχαν αναθέσει στο ναό του Σολομώντος, οι Ρωμαίοι στο Καπιτώλιο και ο Ιουστινιανός στο ναό της Αγίας Σοφίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα πρότυπα έπαιρναν το όνομά τους από το ναό στον οποίο φυλάσσονταν1. Η κατάθεση των προτύπων των μέτρων στο ναό, με την επιρροή που η θρησκεία ασκούσε στο λαό όλων των κοινωνικών τάξεων, εξασφάλιζε τουλάχιστον θεωρητικά την προστασία των ασθενεστέρων τάξεων από την αυθαιρεσία των ισχυρών. 

Μέτρηση υγρών

Ο προσδιορισμός της ποσότητας υγρών εξαρτάται από το ειδικό τους βάρος, από τον τρόπο αποθήκευσης και μεταφοράς τους και τέλος από την μικρή ή μεγάλη ποσότητα παραγωγής και διαθεσιμότητάς τους. Για παράδειγμα η μέτρηση του δαφνόλαδου ή του ροδελαίου και του οποίου δεν μπορεί να έχει μεγάλη σχέση με τη μέτρηση του ελαιολάδου και πολύ περισσότερο του νερού. Ακολουθήσαμε για το λόγο αυτό την διαπραγμάτευση του θέματος ανάλογα με το είδος που μετριέται.

Ο προσδιορισμός της ποσότητας υγρού κατά προσέγγιση γίνεται με την χρησιμοποίηση όρων και εκφράσεων που δηλώνουν γενικότερα μικρό ή μεγάλο μέγεθος (βούλλα, γαρύλλα, δάκρυ, μαγκόν, μάραμαν, πιπιλιά, ρουφηξιά, γούρνα) ή μεταφορικά ποσότητα κυρίως νερού από το ύψος μελών του ανθρώπινου σώματος (γόνα, ζώση, γκιόξι κ.ά.).

Μέτρα χωρητικότητας λαδιού

Το λάδι, όπως και το κρασί, αποτελούν για τον νησιωτικό κυρίως χώρο, σημαντικό προϊόν. Η ποικιλία των μέτρων που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό του βάρους του λαδιού είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Πρέπει να διακρίνουμε τα μέτρα σε δοχεία, προορισμένα για αποθήκευση του λαδιού, και σε δοχεία για τη μεταφορά του λαδιού και τη διακίνησή του.

– Το πιθάρι, πήλινο σκεύος, χωρητικότητας 150-300 οκ. αποτελεί μέτρο αποθηκευμένου λαδιού. Στην Κύπρο το πιθάρι έχει χωρητικότητα 70-90 οκ., ενώ το αλειφτόν διαφόρων μεγεθών, όπως η γκιάρα, διμοιριός, σφίδα (λαδόσφιδο, κρασόφιδο) μετριούνται με μέτρα, δηλ. μια μονάδα δώδεκα οκάδων. Αυτό σημαίνει ότι ένα πίθος 10 μέτρων περιλαμβάνει 120 οκ. Τέτοιου είδους δοχεία χρησιμοποιήθηκαν και κατά την βυζαντινή περίοδο με χωρητικότητα 60-80 οκ.

– Ανάλογα δοχεία, όπως η τζάρα (50-100 οκ.), η μεθήρα (70 οκ.), η βαρέλα (22-60 οκ.), ή το τουλούμι, χρησιμοποιήθηκαν ως μέτρα για το λάδι ή το κρασί.

– Μικρότερα δοχεία χωρητικότητας 10-15 οκ. είναι μια δεύτερη μεγάλη κατηγορία μέτρων που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό της ποσότητας το λαδιού.

– Το γκιούμι, δοχείο μεταλλικό χωρητικότητας 10-12 οκ., χρησιμοποιήθηκε στη Θεσσαλία και στην Κρήτη για τη μεταφορά νερού αλλά και για τη μέτρηση λαδιού. Στην Κρήτη επίσης χρησιμοποιήθηκε για τον ίδιο σκοπό το κουρούπι χωρητικότητας 10 οκ., ενώ στο Ρέθυμνο το μικρό και το μεγάλο κουρούπι, χωρητικότητας 5 και 15 οκ. Αντίστοιχα και το λαγήνι των 30 οκ.

– Το μίστατο, μέτρο χωρητικότητας 8-10 οκ. στην Κρήτη κ.ά, στη Νάξο ζυγίζει 12 οκ. λάδι.

– Στα Επτάνησα χρησιμοποιήθηκε ο ξέστης, μέτρο χωρητικότητας υγρών 13-14 οκ., ισοδυναμεί με 32 καρτούτσα ή 4 γαλόνια και το σταμνί, χωρητικότητας 13 οκ.

– Τα μέτρα λαδιού ωστόσο που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη διάδοση στον Ελληνικό χώρο είναι το λαγήνι (Νάξος, Λέσβος, Ήπειρος, Χίος, Εύβοια, Κρήτη), το μίστατο (Κρήτη, Κυκλάδες), το μέτρο (Αρκαδία, Ήπειρος, Πόντος)

– Eκτός όμως από την Κρήτη το μίστατο χρησιμοποιήθηκε και στις Κυκλάδες, όπου η τιμή του κυμαίνεται από 6 οκ. (Κύθνος) ως 8 οκ. (Σαντορίνη).

– Το μέτρο με χωρητικότητα από περιοχή σε περιοχή 5-10 οκ. αποτελεί κυρίως μέτρο του κρασιού από δευτερευόντως του λαδιού. Στον κώδικα Καλαμωτής Χίου (1791-1796) αναφέρεται «….λάδιν μέτρον ένα ήγουν πίντες 12….». Στα Κύθηρα το μέτρο του λαδιού υπολογίζεται σε 40 οκ.

– Το σταμνί χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα Επτάνησα και την Κρήτη με χωρητικότητα 6-13 οκ. Στην Κρήτη το σταμνί ταυτίζεται σχεδόν με το μίστατο. Στη Ζάκυνθο παράλληλα προς το σταμνί χρησιμοποιείται το μισόσταμνο ίσο με 7,125 οκ., ενώ στην Εύβοια το σταμνί αποτελεί το 1/9 της βαρέλας.

– Το μίστατο είναι μέτρο γνωστό στην Κρήτη μέχρι σήμερα. Η παρουσία του όρου μαρτυρείται συχνά τουλάχιστον από το 1394, έτος κατά το οποίο η Βενετία αποφασίζει να προσαρμόσει τα τοπικά μέτρα των κτήσεων της προς τα αντίστοιχα Βενετικά. Το μί-στατο είναι βέβαια γνωστό και πιο πριν, χωρίς να είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε την παρουσία του κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Σύμφωνα με τον Pegolloti το μίστατο της Κρήτης δεν έχει μια ενιαία τιμή. Ωστόσο οι μεταγενέστερες πηγές συγκλίνουν κατά κάποιο τρόπο με μια τιμή, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 8 και 10 οκ. Η παρουσία του όρου πυκνώνει από τις αρχές του 16ου αι. με αποκλίσεις ως προς την τιμή. Στους κώδικες του Ιεροδικείου καταχωρείται μήνυση (1696), στην οποία «το μίστατον του ελαιολάδου λογίζεται προς ένα σταμνί και τούτο προς 10 οκ.». Σε υπόμνημα του Γάλλου Προξένου των Χανίων του 1729 αναφέρεται ότι «το μίστατο των Χανίων είναι μέτρο χάλκινο, που χωρεί 8,5 οκ. λάδι, ενώ του Ρεθύμνου είναι πήλινο και χωρεί 10 οκ.

Οι διαφορές αυτές συνεχίστηκαν, όπως φαίνεται από σχετικά έγγραφα, μέχρι πρόσφατα παρά τις διαμαρτυρίες «όπως καταργηθή εν Χανίοις η μέτρησις του ελαίου δια του μιστάτου και αντικατασταθή τούτο δια του ζυγίου…ίνα εξομοιωθή ως προς τούτο η αγορά της πόλεως των Χανίων προς τας των λοιπών πόλεων της Νήσου». Το 1894 καταργείται το μίστατο και καθιερώνεται το ζύγισμα με το καντάρι. Όμως το μίστατο εξακολούθησε να ισχύει στην Κρήτη στις καθημερινές μετρήσεις και ας μην υπήρχαν «μίστατα δεδοκιμασμένης ακριβείας (αγιαρλί-δικα)».

– Ο νεμπότης (Μύκονος, Νάξος, Χίος) είναι πήλινο, πλατύστομο δοχείο που χωρά ανάλογα από 1 οκά ως 10 οκ. Κυρίως χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρηση οσπρίων.

– Προσθέτουμε τέλος ένα μέτρο, για το οποίο η τελευταία γνωστή μας μαρτυρία είναι του 1554 σε έκθεση του Λεονάρδου Λορεντάν για την παραγωγή του λαδιού στην περιοχή των Χανίων, όπου αναφέρεται ο όρος anfore. O αμφορέας, πήλινο αγγείο για τη μεταφορά κυρίως λαδιού, είναι γνωστός από την αρχαιότητα (μετρηταί).

* Η κα Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη είναι τέως διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών και πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Εγκυκλοπαιδιστών Ελαιοκομίας (4Ε).

Από το τεύχος 86 του περιοδικού Ελιά & Ελαιόλαδο, σελίδα 56